anwnymous

Μαρτίου 20, 2009

Το τίμημα της ελευθερίας . ( Χρήμα 5 )

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 10 :32 πμ

Ξέρετε ποιο είναι το θέμα των ημερών και …των επόμενων μηνών. Έχετε ακούσει πολλά και σας έχουν κουράσει.  Οπότε θα πάω κατευθείαν στην ουσία.  

Λοιπόν με απλά λόγια : αυτή η γιγάντια κρίση είναι το τίμημα ,για την ελεύθερη πλανητική  αγορά , που ξεκίνησε να χτίζει η παγκοσμιοποίηση.

 

Αν για παράδειγμα ο -άγνωστος- κατασκευαστής παραδοσιακών κοσμημάτων από ένα μικρό χωριό της Πελοποννήσου , μπορεί να βρει τον τρόπο – έστω και μέσω «e-bay» – να τα πουλήσει σε συμφέρουσα τιμή σε έναν άγνωστο αγοραστή στην Καλιφόρνια , τότε μιλάμε για οικονομικό θαύμα. Να όμως που με τον ίδιο μηχανισμό μπορεί ακόμα πιο εύκολα μια επενδυτική από την Καλιφόρνια να πλημμυρίσει με πέτσινα ομόλογα την Πελοπόννησο. 

 

 Όταν η ΕΟΚ άνοιξε την αγκαλιά της για την Ανατολική Ευρώπη κάποιοι έσπευσαν να τυπώσουν πλαστά ευρώ. Αν ήταν πολλά σε ποσότητα θα είχαμε ενδοευρωπαϊκή κρίση από το ’95. Όμως ήταν ένα μικρής έκτασης ποινικό θέμα. Κάθε κίνηση προς την ελευθερία , κάθε γκρέμισμα συνόρων έχει το κόστος του , κυρίως όταν κάποιοι το εκμεταλλεύονται για πάρτη τους . 

 

Η ελευθερία είναι πολύτιμο και εύθραυστο αγαθό. Λίγοι μπορούν να το κατανοήσουν και ακόμη λιγότεροι να την  αγγίξουν . Οι άνθρωποι ζουν , σκέφτονται και λειτουργούν με παρωπίδες, με προκαταλήψεις.

 

Προκλητικά , το πρώτο θύμα αυτής της προκατάληψης στη χώρα μας είναι η επιτροπή ανταγωνισμού.

 

Οι λύσεις των κρατικοποιήσεων σήμερα δείχνουν , ότι η ελευθερία είναι «άχρηστη» για όσους έχουν συνηθίσει να ζουν πίσω από τείχη ( ένθεν και ένθεν …αν και δεν γουστάρω αυτά τα καθαρευουσιάνικα , εδώ μάλλον ταιριάζουν).

 

Να μη μιλήσω τώρα για τα κροκοδείλια δάκρυα των δημοσιογράφων .

 

Κλείνοντας επαναλαμβάνω , ότι η κρίση είναι το τίμημα της ελευθερίας και είμαστε «απροετοίμαστοι» … ή να πω ότι δεν έχουμε πληρώσει το εισιτήριο για να απολαύσουμε αυτή την ποιοτική παράσταση της ελεύθερης διακίνησης αγαθών , που συνοδεύεται από διακίνηση ιδεών , κυκλοφορία ανθρώπων , ανταλλαγή πολιτισμικών αγαθών ,   επιλογές- επιλογές – επιλογές (επιτέλους χιλιάδες επιλογές) , «ψαλίδια» για τις παρωπίδες, «λάμες» για τα χαλινάρια …

 

Μπορεί τώρα , ίσως , το «ζεμένο» ανθρώπινο είδος να αποτινάξει τον «οικονομικό» φόβο ; να εγκαταλείψει το άροτρο της προκατάληψης ;

Μαρτίου 9, 2009

Ψιλορομποτίζοντας.

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 2 :35 μμ

              Εισβολέας . Κατεβαίνω κλίμακες, διασχίζω δωμάτια , υπερπηδάω

 

 εμπόδια  και σε 25΄΄ από το πρώτο χτύπημα του συναγερμού σε ήχους των

 

«kraftwerk», ανακαλύπτω γειτόνισσα . Κατηγοριοποιώ : μετανάστις   , περίπου 40, με

 

χαμηλή αντίληψη κανόνων ασφαλείας  Έχει παραβιάσει την περιμετρική γραμμή του

 

κήπου.

 

              «Κύριος Άκης , κύριος Άκης …» μου απευθύνεται   κραδαίνοντας στο χέρι

 

 παιδικό ρομπότ  ακινητοποιημένο από τις χειρουργικές διαθέσεις του εγγονού

 

 της. Στο άλλο χέρι αναπαύεται δίσκος , με περίτεχνο κολλαρισμένο πετσετάκι και

 

 δύο ελληνικούς καφέδες. Μισώ τον ελληνικό . Δεν πίνεται αυτή η μίνι καφετί σούπα,

 

 που λιμνάζει σαν βάλτος με παχιά λάσπη (πρόκειται για το κατακάθι),   σ’ αυτά τα

 

μικροσκοπικά φλιτζάνια.

 

                Προβλέπω εκδούλευση, με αντάλλαγμα ανίχνευση του μέλλοντός μου. Θα

 

μου βρει ποια με γουστάρει στη δουλειά , ποιος με μισεί , που βρίσκονται οι

 

κρυμμένες ευκαιρίες για αναρρίχηση.  

 

                Αφήνω ανοιχτή την πόρτα πίσω μου και επιστρέφω στον υπολογιστή.

 

Γενικά τη χειρίζομαι «κάπως». Κρατάω αποστάσεις ασφαλείας. Της επιτρέπω να

 

κόβει τριαντάφυλλα από τον κήπο και να παίζει εκεί με τον εγγονό της. Όμως δεν

 

θέλω πολλά –πολλά. Όταν πλησιάζει στο σπίτι ή χτυπάει την πόρτα απρόσκλητη ,

 

βγαίνω στο παράθυρο και της κάνω νοήματα «βέρι μπίζι» ανθρώπου , υποκρινόμενος

 

ότι μιλάω στο κινητό.

 

                Εργάζομαι σχεδόν επί 24ώρου βάσης σ’ αυτό το κυκλοφοριακό πρόγραμμα,

 

που το διαθέτει εδώ γερμανική εταιρεία . Είναι βασισμένο στη ρομποτική και στην

τεχνητή νοημοσύνη. Όταν λειτουργεί ρυθμίζοντας την κυκλοφορία μιας πόλης

 

«μαθαίνει» από τα λάθη του. Παρά τις γιγαντιαίες δυνατότητες του προγράμματος η

 

Αθήνα και τα φανάρια της παραμένουν δύσκολος αντίπαλος.

 

                Είμαι το καλό παιδί της εταιρείας. Ο Άλεξ – ο διευθυντής μου – μου έχει

 

διαθέσει την κάρτα εισόδου του στο κτίριο όλες τις ώρες και μερικές φορές έχω

 

πρόσβαση και στην Πόρσε του. Είναι δύσκολη δουλειά . Έχω μια σχεδόν αόρατη

 

σκέψη στο βάθος του μυαλού μου ,ότι πιθανόν να είμαι ο καλύτερος εκεί μέσα. Γιατί; 

 

Ξέρω το μυστικό για να μη κάνω ποτέ λάθη: Αρχίζω να σκέφτομαι σαν ρομπότ. 

 

                 «Πίνεις καφέ να πω μοίρα σου» είναι η πρώτη φράση της , μόλις

 

εισέρχεται στο χώρο μου. Το μάτι της παίζει. Παρατηρεί τα πάντα . Καταβροχθίζει

 

οτιδήποτε υπάρχει γύρω της και συγκρίνει. Ψάχνει κομμάτια από τη ζωή μου, που θα

 

μπορούσε να τα ταιριάξει στην καθημερινότητά της. Έχει ένα παζλ στο μυαλό της.

 

Έχει αυτό που κανείς αυτόχθων αυτής της χώρας δεν το έχει πλέον. Ξέρει τι της

 

λείπει και δεν θέλει να κάνει το λάθος ,να ξοδέψει περισσότερα από την αξία του για

 

να το αποκτήσει. Τι μπορεί να ζηλέψει μια αρμένισσα από το σπίτι ενός

 

πληροφορικάριου; Την έχω ξαναδεί να περιεργάζεται τα πάντα με το διψασμένο της

 

βλέμμα και να μην είναι σίγουρη ,τι ακριβώς θα μπορούσε να πει ,ότι της αρέσει , ότι

 

το θέλει οπωσδήποτε. Κοιτάζει με δέος τον υπολογιστή αλλά η προσοχή της

 

αποσπάται. Κατανοεί ότι κάτι σημαντικό κάνω εκεί ,αλλά είναι μάλλον ανεξήγητο

 

για τα δεδομένα της. 

 

                Κοιτάζω τον ελληνικό στο δίσκο διστάζοντας. Ψάχνει το κλειδί να με

 

κινητοποιήσει συναισθηματικά. Μου βάζει το ρομποτάκι σχεδόν μέσα στη μούρη.

 

«Φτιάξεις παιχνίδι Αλβέρτο» λέει με μια χροιά ικεσίας στη φωνή. «Δεν έχει ευρώ

πάρει άλλο. Αλβέρτο κλαίει.» Την ρώτησα κάποτε πόσα βγάζει το μήνα. Τέσσερις

 

σκάλες , σε πολυκατοικίες επί 100 η κάθε μία , τετρακόσια ευρώ. Χωρίς να το θέλω

 

σκέφτηκα ότι παίρνω 4 χιλιάρικα το μήνα και ο Άλεξ 40.

 

                 Ανοίγω το ρομποτάκι στο πίσω μέρος και κοιτάζω τα κυκλώματα. Δεν

 

είναι ρομπότ αυτό το πράγμα. Είναι μια μηχανούλα που εκτελεί πέντε

 

προκαθορισμένες εντολές. Έχει φύγει ένα ολοκληρωμένο από τη θέση του. Το

 

ξεκολλάω και βάζω ένα από τα δικά μου με τις κλασσικές κινήσεις, μπρος – πίσω ,

 

σηκώνω τα χέρια , κάνω χειραψία , κρατάω αντικείμενο και διάφορα άλλα παρόμοια

 

χαζά , που όταν τα κάνει μια κούκλα τα βρίσκουν όλοι διασκεδαστικά. Για να δούμε

 

τώρα τι κάνει. Μμμμμ, ο Αλβέρτος άδειασε και τη μπαταρία. Βάζω από τις δικές μου.

 

Και σκέφτομαι …«να το πειράξω» λίγο περισσότερο. Τι θα λέγατε για λίγο

 

συναίσθημα ; Συναίσθημα στο ρομποτάκι του Αλβέρτου; Μα τι νομίζετε πως είναι

 

πια αυτό το συναίσθημα; Παίρνω ένα δεύτερο ολοκληρωμένο κύκλωμα και το

 

κολλάω στην πλακέτα. Τώρα αν ακουστεί εκεί δίπλα η λέξη «αγάπη» , ή «σ’ αγαπώ»,

 

  ή «μωρό μου» , ή «σε θέλω» , ή «μ’ αρέσεις» , τότε το ρομπότ κινεί  προς τα μπρος

 

το κεφάλι, ακούγεται  ήχος φιλιού και  έχουμε …ανταπόκριση στις προηγούμενες

 

λέξεις . Νάτο το συναίσθημα.  

 

                     Η αρμένισσα  κοιτάζει πότε τον υπολογιστή και πότε  παρατηρεί τις

 

κινήσεις μου στο παιγνίδι. Πίνει τον καφέ της και με νοήματα προσπαθεί να με

 

παρασύρει να καταναλώσω και τον δικό μου. Και τότε εμφανίζεται ξανά στην οθόνη 

 

μου αυτό το καταραμένο Ι.Χ. που δυσκολεύει τόσες μέρες την κίνηση. Κάνει πάντα

 

την ίδια παράβαση . Βολεύεται αυτός και η Κηφισίας μπλοκάρει. Έχω αρκετές

 

φωτογραφίες του. Είναι παλιό «Χόντα σιβίκ» του ‘90 με γδαρμένες πόρτες.

 

                     Έχει στρέψει την προσοχή της ,να με πείσει να πιω το μαντικό

 

νεροζούμι της. Και όπως κάνω την κίνηση να πιάσω το φλιτζάνι ,βγάζει μια κραυγή,

 

που μου φεύγει από τα χέρια. «Ωωωωω κύριο Μπάμπη , αυτοκίνητο κύριο Μπάμπη»

 

Ο καφές χύνεται και προσπαθεί να τον αρπάξει στη χούφτα της , ενώ η φωνή της

 

λαχανιασμένη από την ταραχή να μη κάνει ζημιά , πετάει κορώνες, βραχνιάζει και

 

ξανακούγεται «Κύριο Μπάμπη , αμάξι …»

 

                    Λοιπόν , προσέξτε με , το σύστημα είναι πολύ έξυπνο , όταν δεν μπορεί

 

να λύσει κάποιο κυκλοφοριακό πρόβλημα , κρατάει μνήμη και σταμπάρει

 

αυτοκίνητα. Έχουμε συνεννοηθεί με τον Άλεξ να στέλνουμε ενημέρωση για την

 

παράβαση στην τροχαία , ώστε  να μη το ξανακάνουν. Συνήθως έχουμε παραβίαση

 

κόκκινου που είναι ακριβό πρόστιμο και αφαίρεση αδείας. Αυτός ο κύριος Μπάμπης

 

που βλέπω να τον ξέρει καλά η αρμένισσα είναι το Νο1 στις παραβάσεις.

 

                 «Κύριο Μπάμπη …» μου εξηγεί ότι είναι ο εργοδότης του άντρα της ,

 

κλειδαράς αμέσου δράσεως που αλωνίζουν μαζί 24 ώρες  την Αθήνα για να σε

 

βοηθήσουν να μπεις στο σπιτάκι σου, αν έχεις χάσει τα κλειδιά και …έτσι εξηγούνται

 

οι παραβάσεις . Όταν είσαι όλη μέρα στους δρόμους τι περιμένεις. Και κόκκινα θα

 

περάσεις και στοπ θα παραβιάσεις και θα «σε συλλάβει» και το σύστημά μας.

 

                  Μου προτείνει τον καφέ , να πιω έστω μια γουλιά , να μου πει τη μοίρα

 

μου. Την ξέρω τη μοίρα μου . Είναι ένας φύλακας άγγελος , που με γλιτώνει την

 

τελευταία στιγμή. Δεν μου αρέσει ο ελληνικός και μου τον χύνει. Γίνεται κάτι πίσω

 

από την πλάτη μου στη δουλειά και το μαθαίνω έστω και την τελευταία στιγμή .

 

Πέφτουν ευκαιρίες στο τραπέζι και τις αρπάζω στον αέρα. Γι αυτό είμαι ο μοναδικός

 

χωρίς αντίπαλο κάτω από τον Άλεξ. Έχω μία κρυφή σκέψη ότι μία μέρα θα πάρω τη

θέση του. Μόνο στο θέμα … της γυναίκας έχω κάποια τράμπολς . Εκεί όπως και να

 

σκεφτείς , σαν ρομπότ να σκεφτείς , σαν διευθυντής να λειτουργήσεις , σαν

 

ερωτευμένος να παθιαστείς ,θα την πατήσεις . Δεν υπάρχει λύση στο πρόβλημα

 

γυναίκα. Ας πούμε ότι το ερώτημα , πως γίνεται ένας φριχτός τύπος που ακολουθεί

 

τον απαίσιο Μπάμπη στη δουλειά να ΄χει την αρμένισσα σήκω –κάτσε κουνώντας το

 

δαχτυλάκι του δεν μπορώ να το απαντήσω.

 

                    Πίνω μία γουλιά από το «βούρκο» και μου αρπάζει το φλιτζάνι να το

 

γυρίσει. Το βλέμμα της πάλι στην οθόνη όσο περιμένει να στραγγίξει. Γιατί έχω το

 

όχημα του Μπάμπη εκεί; Να … είναι παραβάτης της εξηγώ. Θα του στείλουμε ένα

 

μπουγιουρντί ξεγυρισμένο. Με παρακαλάει με δάκρυα στα μάτια να τον λυπηθώ.

 

Έχει οικογένεια , χρωστάει στον άντρα της μεροκάματα , έχει αρκετή δουλειά αλλά

 

τα τρώει στο στοίχημα , τον ιππόδρομο και κάτι βραδάκια περνάει κι από το καζίνο.

 

                    Δεν μπορώ να το φανταστώ. Βάζω τα δεδομένα στο «ρομποτικό» μυαλό

 

μου και βρίσκω πως τέτοιο οβερντόζ τζόγου είναι παραλογισμός. Κατά κάποιο τρόπο

 

νομίζω πως έχω την περιέργεια να γνωρίσω τον «Μπάμπης».

 

                     Η αρμένισσα είναι βυθισμένη στο φλιτζάνι μου. «Γνωρίσεις κορίτσι

 

παντρευτείς» μου λέει. Όσα γνώρισα έφυγαν λόγω της δουλειάς μου σκέφτομαι. Οι

 

προγραμματιστές είναι κατά κανόνα αντικοινωνικοί. «Άνθρωπο πονηρό , πράσινα

 

μάτια και χρυσό μαλλί πάρει λεφτά σου…» Είμαι συντηρητικός στις επενδύσεις μου

 

και αυτή τη στιγμή τα 80 χιλιάρικα που έχω στο χαρτοφυλάκιό μου έχουν γίνει 70.

 

Χάνω μόνο 10 χιλιάδες τη στιγμή που οι περισσότεροι βρίσκονται στα μισά λεφτά.

 

‘Όμως ο Κωνσταντίνος – που διαχειρίζεται τα χρήματά μου – έχει και πράσινα μάτια

 

 

και ξανθά μαλλιά. Συμπτώσεις … για να ρίξω μια ματιά και ‘γω . Μμμμμ να κάτι

 

σέξι εσώρουχα στον πάτο του φλιτζανιού. Πάλι σε στριπτίζ  με βλέπω να πηγαίνω

 

απόψε.

 

                     Περιμένω να φύγει. Το ρομπότ επισκευάστηκε , ξέρουμε και το μέλλον

 

μας , αρκετά για σήμερα. Μου ρίχνει μια τελευταία ικετευτική ματιά. Θέλει να μη

 

πειράξουμε τον «κύριος Μπάμπης». Θα δω τι μπορώ να κάνω. Πάντως είναι

 

επικίνδυνος της λέω.

 

                     Είμαι στο γραφείο και μιλάω με τον Άλεξ. Περιμένουμε τον Μπάμπη. Ο

 

Άλεξ είναι περίεργος να μάθει ,πως λειτουργεί ,όταν οδηγεί. Χτυπάει η πόρτα και η

 

γραμματέας τον συνοδεύει. Είναι βαρύς με ύφος και μαγκιά ως το πάτωμα. Ο Άλεξ

 

δεν του δίνει την ευκαιρία να πει  οτιδήποτε και του προσφέρει μια «βεντάλια» με τις

 

εκτυπώσεις των παραβάσεων. Παρεξηγείται ότι τον παρακολουθούμε και μας ζητάει

 

τα ρέστα. Ο Άλεξ  προτείνει εκεχειρία με αντάλλαγμα να μας εξηγήσει πως το κάνει.

 

                   Να λοιπόν ποια είναι «η μέθοδος του κλειδαρά» για να αποφεύγεις τα

 

εμπόδια στο δρόμο. Όταν οδηγεί σε μία περιοχή κοιτάζει δύο πράγματα. Το ρολόι και

 

τους γύρω δρόμους αν είναι άδειοι. Βλέπει κάτω από τις γέφυρες , κοιτάζει πιο

 

μακριά , ψάχνει σπασίματα στο πεζοδρόμιο για να «καβαλάει» πιο εύκολα . Γενικώς

 

δεν διστάζει ποτέ , υπολογίζει και το δευτερόλεπτο , εκμεταλλεύεται την μικρο-

 

καθυστέρηση όταν ανάβει κόκκινο. Ποτέ δεν κινείται σε μία λωρίδα , πατάει πάνω

 

στις γραμμές.  Φυσικά το αυτοκίνητο είναι παντού χτυπημένο και δεν φοβάται να το

 

υποβάλει σε δοκιμασίες. Και πάντα θυμάται. Θυμάται ώρα και δρόμο. Ας πούμε

 

σήμερα το μεσημέρι στις 3 για να φύγουμε από το Κολωνάκι προς την Αττική οδό

 

υπάρχει μια περίπλοκη αλλά ασφαλής πορεία. Ο Άλεξ κοιτάζει στο σύστημα ,

 

δίνοντας περιοχή και ώρα και …είναι όλη η διαδρομή χωρίς εμπόδια όπως την

 

περιγράφει ο Μπάμπης. Του δίνουμε την «βεντάλια» με τις παραβάσεις .

 

                 Μένουμε με τον Άλεξ να κοιτάμε ξανά τη μεσημεριανή διαδρομή και να

 

συζητάμε ,πως μπορεί να ενταχθεί στο σύστημα η λογική του κλειδαρά. Έχω ακόμα

 

στα χέρια μου το χαρτάκι με τα άτσαλα γράμματά του με το σχεδιάγραμμα και τα

 

ονόματα των δρόμων.  Ο Άλεξ με κοιτάζει . Παρακολουθεί το χαρτάκι που το

 

στριφογυρίζω στα χέρια μου. «Μήπως εδώ είναι  το κλειδί;» με ρωτάει.

 

                   Είναι μεσημέρι. Θα πάω μια βόλτα από τον Κωνσταντίνο. Είναι στο

 

διπλανό τετράγωνο. Δεν προλαβαίνω να πατήσω κουδούνι και βγαίνει φουριόζος.

 

Κρατάει χαρτοφύλακα αφύσικα παραμορφωμένο . «Βιάζομαι…»  λέει. «Πρέπει

 

να μιλήσουμε» λέω .  «Δεν έχω χρόνο τώρα …»είπε και με έσπρωξε συγκρατημένα.

 

Κάτι δεν κολλάει . Δεν θα με έσπρωχνε ποτέ , ακόμα κι αν ένοιωθε κλειστοφοβία.

 

« Καλά , άνοιξε το χαρτοφύλακα και θα σ’ αφήσω να φύγεις , αφού βιάζεσαι.» λέω.

 

Κάνει ένα βήμα προσπαθώντας να ξεφύγει. Του κλείνω το δρόμο. Λαχανιάζει και

 

ιδρώνει. «Το χαρτοφύλακα» λέω. Σκύβει και τον ανοίγει . Είναι γεμάτος ρευστό.

 

«80» λέω. «70» μου λέει. «80» εγώ , «75» αυτός. Παίρνει δεσμίδες στα χέρια του και

 

μου μετράει ακριβώς 75 χιλιάδες ευρώ. Ο χαρτοφύλακας αδειάζει. «Δεν μου άφησες

 

τίποτε» λέει «…χρωστάω πολλά…» συνεχίζει. Μια στιγμή!… αυτός ο χαρτοφύλακας

 

φαίνεται να έχει διπλό πάτο. Τον ξεκολλάω και …υπάρχει κι άλλο ρευστό. Μετράω

 

μόνος μου άλλα 5 . «Σου έχω ένα δωράκι…» και του βάζω στο χέρι το

 

χαρτάκι με τη «μέθοδο του κλειδαρά» «…για να φύγεις πιο γρήγορα.»  λέω.

 

                  Είμαι σπίτι. Χτυπάει το κουδούνι. Κλείνω το συναγερμό. Κοιτάζω στο

 

μόνιτορ. Κορίτσι με ωραία μάτια γύρο στα 25. Νεαρή αρμένισσα. Την έχω ξαναδεί

 

εδώ γύρω. Πόδια , στήθος , λίκνισμα . Έχω φωτογραφική μνήμη. Ανοίγω. «Εσείς

 

φτιάξατε το ρομποτάκι του Αλβέρτου;» Ρωτάει. «Ναι» είπα. «Του είπα: «αγάπη μου»

 

και μου έδωσε φιλί. Πως το κάνατε ;» «Θα σου δείξω» είπα μεταφέροντας δεύτερη

 

καρέκλα δίπλα στο λάπτοπ. Κοιτάμε μαζί στην  οθόνη. Σκέφτομαι , ότι πρέπει να

 

φροντίσω το μέλλον μου.                   

 

 

 

Φεβρουαρίου 14, 2009

Αγίου Βαλεντίνου

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 7 :51 μμ

ΕΝΑ ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΝΑΜΟΝΗ , ΤΡΕΙΣ ΑΝΘΟΔΕΣΜΕΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

   

 

     Μετά από 7 χρόνια γάμου, αν δεν γυρίσεις σπίτι τέτοια μέρα με λουλούδια ,δεν υπάρχει περίπτωση να περάσεις ένα ήσυχο βράδυ. Θα την έβγαζα έξω, αλλά δεν έχουμε κάποιον να μας κρατήσει το παιδί.

Και οι παππούδες σήμερα γιορτάζουν τον Άγιο στο ΚΑΠΗ.

    Είμαι στο ανθοπωλείο. Μια παχουλή κοπέλα με κόκκινο γιλέκο και μαύρο σατέν πουκάμισο από μέσα και ένα πολύ εφαρμοστό τζιν – φθαρμένο στα επίμαχα σημεία ώστε να τονίζει τις καμπύλες της -ετοιμάζει μία μικρή ορχιδέα -με 4 ευρώ –μέσα σ’ ένα διαφανή κύβο από σκληρό πλαστικό . Τα μαλλιά της έχουν αυτό το πολύπλοκο χτένισμα που έχουν οι νύφες ,δεμένα μ’ ένα κόκκινο κορδελάκι και ακολουθούν τις κινήσεις της ,ενώ μία ελεύθερη μπούκλα αιωρείται στο πρόσωπό της. Ένα αγόρι, που μάλλον δεν έχει τελειώσει το λύκειο, περιμένει να πάρει την ορχιδέα και σκέφτομαι ότι  αυτά τα φτηνά λουλουδάκια  θα αντέξουν ακόμα μία βδομάδα στο σπίτι, πριν μαραθούν.

     Θα πάρω κόκκινα τριαντάφυλλα για τη γυναίκα μου , για την ακρίβεια αιμάτινα μπουμπουκάκια διαλεγμένα ένα – ένα και είμαι σίγουρος ότι θα της αρέσουν πάρα πολύ. Αυτό όμως που με απασχολεί πάρα πολύ τώρα είναι αυτή η συνάδελφος στη δουλειά μου. Είναι πολύ όμορφη κυρία, παντρεμένη ,με φοβερή αδυναμία στις μαργαρίτες – εννοώ τις μεγάλες ολλανδικές –και θυμάμαι ότι πέρυσι κανείς δεν έστειλε λουλούδια στο γραφείο για κείνη. Και ως γνωστόν, τα λουλούδια πρέπει να ζουν ανάμεσα σε λουλούδια ,αλλιώς μαραίνονται.

    Υπάρχουν κάτι καταπληκτικές τεράστιες μαργαρίτες που τις περιεργάζομαι, ενώ η «Βαλεντίνα » του καταστήματος ετοιμάζει την ανθοδέσμη της γυναίκας μου. Θα πάνε αύριο στο γραφείο οι μαργαρίτες μ’ ένα σημείωμα «Χρόνια πολλά … λίγο καθυστερημένα» . Όλοι ξέρουν στο γραφείο με πόσο αργούς ρυθμούς δουλεύω και πόσο καθυστερώ όλες τις δουλειές – εδώ που τα λέμε μου πέφτει λίγη η παραγωγή ασφαλειών – οπότε είμαι σίγουρος ότι θα καταλάβει τον αποστολέα.

      Δίνω την παραγγελία για τις μαργαρίτες και τη διεύθυνση που θα πάνε αύριο και τότε βλέπω να με κοιτάζει με φοβερή έκπληξη  αυτό το ευτραφές πλάσμα που έχει ετοιμάσει τόσες ανθοδέσμες σήμερα και με ρωτάει μήπως κάνω λάθος που θέλω να πάνε αύριο και εγώ επιμένω και τελικά αρχίζει να γράφει όλα τα στοιχεία της παραγγελίας.

     Φαντάζομαι τη στιγμή που τα λουλούδια φθάνουν στο γραφείο και μπροστά σε όλους κατευθύνονται προς την Ανθή –έτσι τη λένε- και οι συνάδελφοι την παρακολουθούν πολύ κολακευμένη να παίρνει τη μοναδική ειλικρινή ανθοδέσμη που μπήκε ποτέ εκεί  μέσα   , με ένα αίσθημα ζήλιας και ένα βλέμμα  ηττημένου που παρακολουθεί το νικητή να πανηγυρίζει. Είναι αλήθεια ότι πολλές ανθοδέσμες πάνε και έρχονται στο γραφείο για να ομορφαίνουν τις δημόσιες σχέσεις μας,  διότι δεν υπάρχουν ασφαλιστές  που να μη στέλνουν λουλούδια ,που να μη χαμογελάνε ψεύτικα , να μη λυπούνται ψεύτικα  , ώστε να δίνουν ένα τόνο ειλικρίνειας  σ’ αυτή την κατά τα άλλα φαρισαϊκή εργασία.

    Ξέρω πώς θα την πλησιάσω την Ανθή, γιατί ξέρω ότι το να θεωρείται απλησίαστη μία όμορφη γυναίκα τελικά την οδηγεί στη μοναξιά . Εδώ, όπως πολύ καλά γνωρίζετε ,δεν αποκλείεται και η χυλόπιτα , αλλά ο έρωτας ,όπως και κάθε άλλη ευγενική πράξη του ανθρωπίνου είδους ,απαιτούν κυρίως τόλμη. Και, ενώ σκέφτομαι ότι είμαι ελάχιστα τολμηρός, βλέπω από τη βιτρίνα αυτή τη παλιά μου συμμαθήτρια –διαζευγμένη τώρα- να κοιτά ζει τα άνθη χωρίς να έχει καταλάβει ότι βρίσκομαι στο μαγαζί . Απίθανη κοπέλα – τώρα έχει και κόρη μεγαλύτερη από το γιο μου- που τότε είχαμε αναστενάξει  για πάρτη της  ολόκληρο το σχολείο , περνούσε και ανέβαιναν οι βαθμοί της  μυωπίας μας . Τελικά παντρεύτηκε έναν ας μη πω τί και τώρα γύρισε στο πατρικό της και ζει με τη κόρη της.

Θυμάμαι ακόμα το πατρικό της γιατί είχα πάει τότε την εποχή του λυκείου ,όταν έκανε εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας και εξακολουθούσε να είναι τόσο όμορφη, αν και ταλαιπωρημένη κάτω από τις κουβέρτες .Τότε δεν υπήρχε λαπαροσκόπηση και η σκωληκοειδίτιδα πονούσε πολύ . Στο πατρικό της είπαμε ; Αααα , αααα .Να της στείλω λουλούδια . Ξέρω τη διεύθυνση , τα τηλέφωνα, τα πάντα . Ναι και εδώ θα υπογράψω με το όνομά μου . Ναι , ναι ,λουλούδια στο πατρικό της.

    Δίνω κι’ άλλη παραγγελία να εκτελεστεί απόψε. Η κοπέλα με το τσουλούφι και το μαλλί νύφης γελάει πονηρά Είμαι σίγουρος ότι μετά θα καθίσει να διαβάσει και το σημείωμα. Αυτά να πάνε απόψε τονίζω . Εντάξει ,εντάξει λεει μην ανησυχείτε απόψε. Και όπως προσπαθώ να διαλέξω τι λουλούδια να στείλω , θα ήταν μεγάλο ξενέρωμα να είναι τα ίδια με της γυναίκας μου χτυπάει το κινητό μου.

   Ε δεν το πιστεύω . Οι αναμνήσεις γίνανε σφαίρες , θα με σκοτώσουν αυτές τις μέρες . (Πάντα η ομοιοκαταληξία μετράει) . Είναι μία ξεχασμένη τύπισσα που προσπαθούσα να την αποφύγω στο πανεπιστήμιο και μου λεει ότι με πήρε και πέρυσι Αγίου Βαλεντίνου τηλέφωνο και δεν απαντούσα το είχα κλειστό και δεν με έχει ξεχάσει καθόλου και με ρωτάει που είμαι τώρα και της λεω ότι είμαι σε ανθοπωλείο . Η επαγγελματική μου συνείδηση με βάζει να σκεφτώ αν έχει ασφάλεια αλλά είναι τόσο φορτική που μου λεει ότι αν της έστελνα λουλούδια θα το θυμόταν για όλη της τη ζωή. Τι να πω; Όνειρα και εφιάλτες μαζί. Της λεω ότι σίγουρα θα της στείλω αυτά τα αγριολούλουδα που της άρεσαν και τότε – δεν θυμάμαι τι της άρεσαν , αλλά συνήθως οι συμφοιτήτριες μου γούσταραν οριτζιναλ αγριολούλουδα – και συμφωνεί ότι αυτά είναι τα αγαπημένα της λουλούδια και συγκινείται που το θυμάμαι  και τότε καταλήγω να στείλω σ’ αυτή την οπτασία από το λύκειο δύο ορχιδέες – ολόκληρο κλαδί, πανάκριβες- γιατί νομίζω ότι εδώ είναι οι περισσότερες πιθανότητες να υπάρξει επιτυχία και δεν μπορώ να κλείσω το κινητό πριν ακούσω ανάμεσα σε λυγμούς και ικεσίες το πόσο με αγαπάει και με θαυμάζει ακόμη  και …λεω ότι νομίζω ότι μου τελειώνει η μπαταρία και κλείνοντας βλέπω το λογαριασμό . Το κορίτσι χαμογελάει πίσω από τις μπούκλες ,. Σίγουρα ο Άγιος είναι πολύ ικανοποιημένος με τις θυσίες που πρόσφερα στη γιορτή του και κάτι ακόμη: σας εγγυώμαι ότι τέτοιες μέρες τα λουλούδια μετράνε και μετράνε πολύ μάλιστα , αρκεί να υπάρχει σωστός στόχος.

Αυγούστου 25, 2008

Χρήμα 4

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 1 :24 μμ

           Δουλεύω περισσότερο γιατί όλοι γύρω μου ανησυχούν για την κρίση. Οι ψυχραιμότεροι θεωρούν ότι είναι μία διακύμανση ακόμα . Όχι απαραίτητα διακύμανση τιμών όσο ψυχολογίας , αφού όλοι εμφανίζονται αγχωμένοι και ακόμα περισσότερο οι δημοσιογράφοι που τρέχουν πρώτοι να φέρουν την καταστροφή και μετά πάλι πρώτοι να σφυρίξουν τη λήξη τη κρίσης και να φέρουν τα χαμόγελα πράγμα που είναι δική τους αποκλειστικότητα.

          Σήμερα ήταν μία ακόμα μέρα που κάθισα περισσότερο στο γραφείο. Στις 12.00 σκάει μύτη ένας γέρος εβραίος με δώδεκα ράβδους χρυσού που δεν εμπιστεύεται ούτε θυρίδες ούτε τίποτε άλλο παρά μόνο το χρηματοκιβώτιό μας. Θα πάει σε γάμο το γουίκεντ και θέλει να τα αφήσει σε μας για φύλαξη. Έχει ένα χαρτοφυλάκιο εκατομμυρίων και φυσικά ο ντάντι είναι ικανός να καθίσει εδώ μερικά εικοσιτετράωρα , να κοιμάται εδώ πάνω από το χρυσό και να του φέρνουμε φαγητό απ έξω , για να του φυλάει το μέταλλο και να μη του χαλάσει το χατίρι. Στις 13.00 έρχεται μια σακούλα σούπερμαρκετ με 250.000 ευρώ για να παιχθούν στον ΟΤΕ άμεσα . Δύο άτομα βγάζουν μαζί τις δεσμίδες με το χρήμα τα αραδιάζουν σε ένα γραφείο και αρχίζουν να μετράνε. Στις 13.30  έρχονται κάτι μικροποσά της τάξης των 20.000 και 30.000 για να παιχτούν στη μικρή κεφαλαιοποίηση και λίγο πριν πάει 14.00 άλλη μια πενηντάρα για τα λιμάνια.

          Στις 14.05 με πλησιάζει ένας ηλικιωμένος πελάτης μας με ένα δελτίο λόττο για να μου πει ότι κερδίζει 5άρι. Περίπου ένα χιλιάρικο. Επειδή είμαι δύσπιστος παίρνω το 14944 και ακούω τα έξι νούμερα και πράγματι έχει πεντάρι. Όμως τι σημασία έχει ένα χιλιάρικο γι αυτόν , όταν το χαρτοφυλάκιο του είναι περίπου 180 χιλιάρικα; «Σου έχω μία έκπληξη…» μου λέει. Περιμένω να δω την έκπληξη και μου λέει : «Περίμενε». Σε λίγα λεπτά καταφθάνει ένας φίλος του , που δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του – μικρός παίχτης αυτός , ούτε 10 χιλιάρικα χαρτοφυλάκιο – και βγάζει από τη τσέπη του ένα δελτίο λόττο . Σημειώνω τα νούμερα και εδώ έχουμε … δύο πεντάρια. Με κοιτάζουν και οι δύο και χαμογελάνε. Αγόρασαν κομμάτια ενός μεγάλου συστήματος από το ίδιο πρακτορείο και θέλουν να τους πω «εγώ που ξέρω κομπιούτερ» αν αυτό το σύστημα μπορεί να έβγαλε 6αρι. Εγώ από την πλευρά μου θέλω να μου πουν το μαγαζί που τα αγόρασαν. Κατά τα άλλα όσο καλό κομπιούτερ και να ξέρεις αν δεν έχεις μπροστά σου την ανάπτυξη του συστήματος δεν μπορείς να απαντήσεις αν κερδίζει . Όμως …έχω μία ιδέα . Παίρνω το 14944 πάλι και ακούω ότι το 6αρι έχει τζακποτ.  Δεν έβγαλε λοιπόν 6άρι αυτό το σύστημα.  Τώρα μήπως μπορούν να μου πουν και εμένα το πρακτορείο; Μια άλλη μέρα ίσως , τώρα έχουν δουλειά , πρέπει να εξαργυρώσουν τα δελτία τους.

         Στις 14.35 όταν πια έχουν κλείσει οι τράπεζες ο ταμίας μας μετράει 120.000 σε κάποιον που πούλησε Εθνική και πέρασε το τριήμερο για να τα εισπράξει. Όσοι δεν τα εισπράττουν άμεσα όπως ίσως ξέρετε τους τα βάζουμε σε ρέπος. Και … έτσι παίρνουν καθημερινά τόκους ανάλογους με το όβερ-νάιτ.

         Στις 15.00 και ενώ η μέρα φαίνεται ότι θα τελειώσει ήσυχα , βλέπω τη μητέρα μου να μπαίνει χαμογελαστή και να πηγαίνει κατευθείαν στο γραφείο του ντάντι. Φαντάζομαι ότι της ζήτησε να του φέρει ζεστό το φαγητό , γιατί έχει ενοχλήσεις στο στομάχι του. Ενώ όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι το ζεστό φαγητό καταστρέφει το στομάχι εκείνος επιμένει ότι τον θεραπεύει.

         Όμως δεν του φέρνει φαγητό. Η μάμι έχει κάνει μαθήματα  γεμολογίας. (εκτιμητής πετραδιών) . Δεν βρίσκεται τυχαία εδώ αυτή την ώρα.

         Στις 15.15 , για να μη ξεχάσει το ραντεβού , καταφθάνει πελάτισσά μας με δύο τρία χοντρά κομμάτια από τα κοσμήματά της , για να της δώσουμε τιμή , προκειμένου να πουληθούν. Έκανε το λάθος να υπογράψει εγγυητής για τον αδελφό της – έμπορο που έχει τη μανία να μη αφήνει σε ησυχία το μπλοκ επιταγών του- και τώρα θα πληρώσει τα σπασμένα.

        16.00 . Φθάνει φίλη της μάμι που την έψαχνε στο σπίτι για να της ζητήσει κανένα χιλιάρικο , γιατί έχασε κάτι ψιλά χθες στο καζίνο και πρέπει να συμπληρώσει τη δόση για το δάνειο του σπιτιού και το λήζινγκ του τζιπ που αγόρασαν πρόσφατα.

       17.00 Τα κλείνουμε όλα και φεύγουμε για ψάρι στο Λαιμό αφού συναντηθήκαμε όλη η οικογένεια – από τις σπάνιες φορές-. Δηλαδή ψάρι γουστάρει ο ντάντι για τη χοληστερίνη και για την καρδιά και η μάμι τον ακολουθεί και του το καθαρίζει και του ρίχνει πολύ λεμόνι και μερικές φορές τον ταϊζει στο στόμα ,  γιατί έχει την κακή συνήθεια , ότι δεν διάβασε από τις «σομόν σελίδες» το πρωί , να το διαβάζει στο φαγητό . Εγώ παραγγέλνω γαρίδες – κι ας έχουν χοληστερίνη -και τις συνδυάζω με μπύρα τώρα το καλοκαίρι. Αυτοί οι δύο πίνουν παγωμένο λευκό κρασί .

        Αν δεν πάω μια βόλτα ως τα σκάφη , αν δεν αποφασίσω να χαιρετήσω κάποιους φίλους εδώ γύρω , θα ακούω μέχρι αργά το απόγευμα επανάληψη , ποιοι ήρθανε και πόσα παίξανε σήμερα. Και δεν αντέχω να μετράω το χρήμα δύο φορές. Αρκετά όλο το πρωί.

        Βγαίνω το βράδυ και νομίζω πως συνεχίζεται το μάθημα  αριθμητικής. Οι φίλοι μου δεν σταματάνε να μιλάνε για το πόσο στοίχισε η τάδε μεταγραφή , πόσα έβγαλαν από μια εισαγωγή κινέζικων ρούχων , πόσο είναι το ενοίκιο στην Ερμού, πόσο κάνει ένα τετραγωνικό γης εδώ στο Λαιμό της Βουλιαγμένης , αν αξίζει το κόπο να ανοίξεις νυχτερινό μαγαζί , πόσα θέλει ένας τραγουδιστής το χρόνο …και πίσω από όλα αυτά βλέπω μια δίψα , μια πρωτοφανή μανία για επενδύσεις , ρουθούνια που οσμίζονται το χρήμα πίσω από κάθε δουλειά , μάτια που δεν θα νυστάξουν ποτέ όσο τα τυφλώνει η λάμψη του χρυσού, άπειρους κλώνους ισπανού Κορτέζ που αδημονεί να λιώσει το χρυσάφι των Ίνκας για να το στείλει πίσω με τα πλοία.

           Η παγκοσμιοποίηση δημιούργησε καινούριους εξερευνητές και φαίνεται πως υπάρχουν πολλές «δυτικές Ινδίες» ακόμα.

Αυγούστου 7, 2008

ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΙΒΑΝ … ΣΤΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 7 :20 πμ

     Ντε σε βο και πάλι Ντε σε βο. Οι καλύτερες αναρτήσεις που κατασκευάστηκαν στην ιστορία του αυτοκινήτου. Μπορεί να γέρνουμε σαν τον πύργο της Πίζας στις στροφές αλλά δεν πέφτουμε. Αυτή τη στιγμή  το έχω παρκάρει έξω από την τράπεζα.

     Είμαι πολύ τυχερός που γνώρισα αυτό το κορίτσι –την  Τίνα – που σπούδαζε  design interior στο Παρίσι και έκανε παράλληλα και Ταο και μπορεί τώρα να σχεδιάζει τις πιο γαλήνιες συνθέσεις  ,χρησιμοποιώντας  αντικείμενα καθημερινής χρήσης για να δώσει ανθρώπινο πρόσωπο σε χώρους μαζικής συγκέντρωσης.

     Είμαι επίσης τυχερός γιατί κατάφερα να παρκάρω ακριβώς έξω από την  τράπεζα, που δούλευε η μητέρα μου πριν μερικά χρόνια – τώρα ξεκοκαλίζει τη σύνταξή της- μέσα  από ένα φρικτό μποτιλιάρισμα διότι σήμερα πρώτη Παρασκευή του χρόνου όλοι αποφάσισαν να κάνουν τις δραχμές ευρώ , να δούνε αν έχουν μπει οι τόκοι στο λογαριασμό τους και να τους περάσουν και στο βιβλιάριο, ώστε να μπορούν να τους βλέπουν όταν έχουν άγχος και να κοιμούνται ήσυχοι, επίσης είναι και οι συντάξεις που πρέπει να τις εισπράξουν σήμερα και να υπολογίσουν την ισοτιμία των νομισμάτων και είναι …και είναι και ο ανθρώπινος παράγοντας που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στο νέο νόμισμα και υπάρχει καθυστέρηση στις συναλλαγές … αλλά τι ζητάω εγώ ανάμεσα σε όλους αυτούς πείτε μου?

    Τώρα ακριβώς τώρα που σας μιλάω ο τύπος που είναι μπροστά μου ξύνει το αυτί του με τα κλειδιά του αυτοκινήτου και είναι … ε  ναι είναι κορεάτικη μάρκα από αυτά που αγοράζουν όλοι τώρα σωρηδόν με πολλές δόσεις και άτοκα και με όλα τα κομφόρ σε κάτι φρικτά χρώματα που φαίνεται να τους έχουν περισσέψει στο εργοστάσιο και βρήκαν ότι ταιριάζουν πολύ στην ελληνική ύπαιθρο . Χιλιάδες αυτοκίνητα για μια χώρα που θεωρεί τα ποδήλατα  μηχανές αυτοτιμωρίας …μα τι κάνω τώρα ? σαν οικολόγος μίλησα . Όχι δεν έχω πρόβλημα με τα οχήματα των άλλων και θεωρώ την ρύπανση περισσότερο κάτι σαν ανυπαρξία τουαλέτας σε ένα σπίτι, παρά σαν κοινωνικό πρόβλημα που πρέπει να το διεκδικήσουμε κρεμασμένοι με σκοινιά  από τάνκερ ή φτιάχνοντας ανθρώπινες αλυσίδες γύρω από εργοστάσια πυρηνικών. Εσείς το ξέρατε ότι οι Βερσαλλίες δεν είχαν τουαλέτες? Ούτε εγώ το ήξερα αλλά μου το είπε η Τίνα . Αυτό το κορίτσι ξέρει τα πάντα. Ναι εκείνη την εποχή έχτιζαν μνημεία που άντεξαν στο χρόνο αλλά όταν τους πονούσε η κοιλιά έδιναν τη «λύση»  πίσω από τις πόρτες και μετά «τα μάζευαν» οι υπηρέτες .Να που ήρθε η εποχή ,που και ο τελευταίος αναξιοπαθής, που ζει μόνο με επιδοτήσεις έχει Βιλέροϊ εν Μπόχ είδη μπάνιου και περιμένει τώρα μπροστά μου να εξαργυρώσει μία επιταγή σε ευρώ. Κάπως έτσι μάλλον θα λυθεί το οικολογικό πρόβλημα -με μία μεγαλύτερη τουαλέτα- γιατί  δεν έχει ακόμα τη δύναμη η ανθρώπινη λογική να κατασκευάσει τουαλέτες πυρηνικών αποβλήτων.

      Δεν θα αντέξω και πολύ σ’ αυτή την ουρά , αν και βρίσκομαι για πολύ σημαντικότερο σκοπό εδώ από όλους αυτούς μπροστά μου. Η Τίνα θέλει να σχεδιάσει ένα κολάζ για μεγάλη εμπορική εταιρεία και ζητάει αυτό το πολυπόθητο σακουλάκι με νομίσματα ευρώ , που εμείς δεν μπήκαμε στο κόπο να πάρουμε τα Χριστούγεννα.  Τώρα πιο συγκεκριμένα -επειδή η περιέργεια είναι ανθρώπινη ηδονή- η Τίνα θέλει να φωτογραφίσει όλα αυτά τα νομίσματα για να φτιάξει μετά ένα κοριτσάκι που να θυμίζει φίφτις και να ψωνίζει στο περίπτερο κρατώντας μια χούφτα ψιλά σφιχτά στα χέρια της . Η Τίνα θέλει πάρα πολύ να δώσει μια νότα αυθορμητισμού στις συναλλαγές με ένα νόμισμα άγνωστο και απρόσωπο

που δεν έχει ούτε το τρέντι του δολαρίου, ούτε το ξενέρωμα  του γεν , ούτε το βαρύγδουπο όνομα της στερλίνας ,ούτε την υποδομή του μάρκου.

     Δεν προχωράει η ουρά και ευτυχώς που με φωνάζει η διευθύντρια -φίλη της μητέρας μου, πολύ έξυπνη και πολύ «υπεράνω» τύπισσα- για να με ρωτήσει τι περιμένω στην ουρά και γιατί δεν πάω μία άλλη μέρα που δεν θα χει κόσμο. Της εξηγώ πόσο απαραίτητο μου είναι το σακουλάκι με τα ευρώ για την Τίνα μου και ότι τώρα τις γιορτές είναι πολύ καλή ευκαιρία να δουλέψει την ιδέα της  και τότε ανακαλύπτει ότι δυστυχώς  ο υπάλληλος που κρατάει τα τελευταία σακουλάκια απουσιάζει σε εξωτερική εργασία και θα πρέπει να τον περιμένω. Είναι πολύ φιλική μαζί μου με ρωτάει αν θέλω καφέ και δεν αρνούμαι και μετά προσπαθεί να θυμηθεί πόσο καιρό έχει να με δει , ενώ προσπαθεί με τρόπο να ψαρέψει αν είναι ευχαριστημένη η μητέρα μου από την εποχή που βγήκε στη σύνταξη.

     Αποφεύγω με τρόπο τη παγίδα ενώ ανακαλύπτω ότι με κουράζει η ατμόσφαιρα στη τράπεζα , ειδικά τώρα που προσπαθούμε να συζητήσουμε και ο κόσμος κάνει υπερβολική φασαρία στην ουρά ενώ εκείνη παίρνει ένα ύφος «να μη δίνω και πολύ σημασία». Μετά με ρωτάει για τη σχέση μου με τη Τίνα και εγώ της αποκαλύπτω ότι θα περιμένω να εγκριθεί το «στεγαστικό» της μητέρας μου ,για να πάμε με τη Τίνα στην Ιταλία , εγώ να κάνω μεταπτυχιακό Ιστορία της Τέχνης και η Τίνα να συνεχίσει τις σπουδές της στο design , στο Μιλάνο  την πραγματική πατρίδα του design.

      Μιλάμε πολύ ώρα ο καφές μου έχει τελειώσει , η κυρία διευθύντρια δεν ανησυχεί καθόλου που αργεί να φανεί ο υπάλληλός της και κάποια στιγμή μου ζητάει συγνώμη γιατί από ένα  ταμείο έρχεται φοβερή φασαρία από ένα μάλλον ηλικιωμένο που δεν μπορεί να υπολογίσει τη σύνταξή του.

Λύνει σχετικά εύκολα τη διαφορά και επιστρέφει στο γραφείο για να με ρωτήσει γιατί δεν με είδε το καλοκαίρι στο Λαγονήσι με τους άλλους και της εξήγησα ότι γυρίσαμε με τη Τίνα την Τυνησία , κάναμε ένα φοβερό μπρούτζινο μαύρισμα γιατί είχαμε διαρκώς ανοιχτό τον ουρανό από το Ντε Σε Βο μου και αρχίσαμε να μαυρίζουμε πριν φθάσουμε στη θάλασσα. Σηκώθηκε σχεδόν από τη καρέκλα της όταν κατάλαβε ότι της έδειχνα αυτόν τον ασπρόμαυρο «Σνούπη» που ήταν παρκαρισμένος στην είσοδο της τράπεζας και μου είπε ότι όταν με είδε να παρκάρω σκέφτηκε μήπως το υποκατάστημά της πρόκειται να δεχτεί επίθεση από ληστές. Γέλασα και τη ρώτησα για το δάνειο της μητέρας μου. Πότε υπολογίζει να το πάρουμε. Ελπίζει πολύ σύντομα και με στέλνει για περισσότερες πληροφορίες στο τμήμα δανείων.

     Εδώ είναι επικεφαλής ο κύριος Θρασύβουλος που δεν με θυμάται αλλά όταν ακούει το όνομα της μητέρας μου γίνεται πολύ εγκάρδιος μόνο που εγώ δεν έχω διάθεση για δεύτερο καφέ. «Ιβάν παιδί μου»  μου λεει . Και συνεχίζει ότι χαίρεται πολύ που με βλέπει και ότι ήταν παρών στη βάπτιση μου . Ο πατέρας μου αποστρατεύτηκε με υψηλό βαθμό την εποχή που «άλλαζε» η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Φανατικό μέλος του φαν κλαμπ του Σολτζενίστσιν  , χλευαστής όλων αυτών που έτρεμαν τη Σοβιετική αρκούδα αποφάσισε να βγάλει τον γιο του όπως ο ήρωας της Σιβηρίας περιμένοντας ότι ο «πόλεμος των άστρων» θα λυγίσει τους κόκκινους.  Κοιτάζω στο Ταγκ μου τι ώρα είναι. Νομίζω ότι κάπου στο σπίτι κυκλοφορεί ένα ρολόι Σοβιέτ με ένα κόκκινο αστέρι στο 12 και καπάκι στο κουρδιστήρι, αλλά δεν το φοράει κανείς πλέον. Έπρεπε να του το φέρω να μας εγκρίνει πιο νωρίς το δάνειο. Δεν σας είπα ότι τόση ώρα παρακολουθεί τις κινήσεις μου μία συμπαθέστατη υπάλληλος , πολύ νεώτερη από όλους αυτούς τους γνωστούς και βλέπω ότι παίζει πολύ το μάτι της ,αλλά και το δικό μου παίζει και ενώ της ρίχνω κλεφτές ματιές σηκώνεται και έρχεται προς το μέρος μας και νιώθω ένα ποδοβολητό στο θώρακα – είναι πολύ κομψά ντυμένη «ελάχιστα» μεγαλύτερή μου αλλά πολύ θηλυκή – και λεει «είναι ο Ιβάν ο γιός της…..» και λεει το όνομα της μητέρας μου . Ναι εγώ είμαι ο Ιβάν και δεν ξέρω πώς να εκφράσω τι ακριβώς σκέφτομαι τώρα και θα απορεί και η Τίνα γιατί αργώ , αλλά δεν ξέρουν ,κανείς δεν ξέρει τι θα πει τράπεζα παραμονές της ενοποίησης του νομίσματος. Τέλος πάντων η συμπαθέστατη κυρία που τη λένε Ηρώ  θέλει να μου συστήσει το συνονόματό μου και με παρασύρει στο γραφείο της. (Το «ελάχιστα» που είπα πριν σημαίνει είμαι 22 και είναι 30)

       Μα βέβαια είναι ο νέος λογαριασμός ΙΒΑΝ (άιμπαν) προφέρεται και όχι Ιβάν. Έχει πάρα πολλά νούμερα καμιά 20ριά και μπορείς να κάνεις συναλλαγές σε όλο τον κόσμο. Δίνεις εσύ το λογαριασμό σου στον καταθέτη , εγώ ας πούμε την άνοιξη στην Ιταλία θα έχω ένα λογαριασμό ΙΒΑΝ σε μία Ιταλική τράπεζα. Θα καταθέτουν οι γονείς μου χωρίς να περιμένουν ένα ποσό στη τράπεζα της μητέρας μου και θα αναλαμβάνει η τράπεζα πλέον να κατατεθούν τα χρήματα στο δικό μου ΙΒΑΝ λογαριασμό στην Ιταλική Τράπεζα. Τι γλυκός που είναι ο κόσμος? Ακόμη κι αν μου κλέψουν το Ντε Σε Βο σε λίγες μέρες θα μπορώ να αγοράσω ένα καινούριο με ιταλικές πινακίδες από τη Ρώμη. Πολύ μου αρέσει αυτή η Ηρώ . Θα τη ρωτήσω αν θέλει να κάνει κανένα ταξιδάκι Ιταλία το καλοκαίρι.

      Τελικά αλλάζουμε κινητά –δεν ξέρω με ποια πρόφαση , μάλλον για να μάθω περισσότερα για τον ΙΒΑΝ- και ετοιμάζομαι να φύγω. Τότε πλησιάζει ένας πελάτης και μάλλον θαυμαστής της Ηρώς και προσπαθεί αν της εξηγήσει ,πως με ένα πολύπλοκο σύστημα βρήκε τον τρόπο να κλέβει σε ευρώ τουλάχιστον για το διάστημα , που θα κυκλοφορούν και τα δύο νομίσματα παράλληλα.

      Βαρέθηκα να τον ακούω. Το σύστημα μου φάνηκε και πολύπλοκο και ηλίθιο και ακατανόητο. Είναι σχεδόν μεσημέρι. Τώρα αρχίζω να  βαριέμαι και  την Ηρώ. Ευτυχώς φθάνει ο υπάλληλος με τα Ευρώ. Παίρνω το πολυπόθητο σακουλάκι στα χέρια μου . Ετοιμάζομαι να φύγω όταν χτυπάει το κινητό μου . Απαντάω και είναι η Ηρώ. Μου εξηγεί ότι έκανε το τεστ για να δει αν έγραψε σωστά τον αριθμό. Την κοιτάζω και έχει ένα πλατύ χαμόγελο . Παρατάει το τύπο  και έρχεται να με  χαιρετήσει .

Με αγκαλιάζει φιλικά δήθεν αλλά και οι δύο νιώθουμε άλλα πράγματα. Όταν φεύγω από την Ηρώ η κυρία Διευθύντρια έχει το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς αισθάνθηκε αλλά θέλησε κι αυτή να φιλήσει το γιο της φίλης της που τόσα χρόνια έζησαν μαζί σ’ αυτό το υποκατάστημα τραπέζης.

      Ετοιμάζομαι να βγω από τη τράπεζα , όταν πίσω από το τζάμι της πόρτας βλέπω μία εξαγριωμένη Τίνα να με παρακολουθεί ξεπαγιασμένη ,ακουμπώντας αρκετή ώρα ήδη  στο καπό του Ντε σε βο μας.

…………………. μεγάλο πρόβλημα η τράπεζα τις μέρες της εισβολής του Ευρο στη χώρα μας.

                                                              

                        4-1-2002                          

Ιουλίου 9, 2008

Lifewhispers

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 12 :54 μμ

Διάβασα το ποστ της lifewhispers και σκέφτομαι πως είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της συγγραφής που τα γραπτά γίνονται αντικείμενα κλοπής του κοινού εγκλήματος.

Στις ιστορίες πολιτικών κρατουμένων περιγράφεται συστηματικά η αδιαφορία των ποινικών και των δεσμοφυλάκων για τα τσαλακωμένα χαρτάκια που κρατούσαν τις σημειώσεις τους για μεγαλεπήβολα έργα αργότερα.

Σήμερα αν ένας κλέφτης μπει στο σπίτι σου θα αδιαφορήσει τελείως για το σημειωματάριο με τις μα…ίες που πιθανόν γράφεις εκεί . Να όμως που οι σημειώσεις σου τώρα πια βρίσκονται στο λαπτοπ , που όπως και να το κάνουμε χτυπάει στο μάτι για ακριβό και ελαφρύ κομμάτι.

Δεν θα το άντεχα να χάσω το λαπτοπ μου με τις σημειώσεις . Δεν θα με πείραζε οτιδήποτε άλλο , χρήματα , κοσμήματα , ηλεκτρικές συσκευές.

Σκέφτομαι την πορεία που μπορεί να ακολουθήσει ένα κλεμμένο λαπτοπ. Να πέσει στα χέρια ενός φτωχού χάκερ ή ενός παθιασμένου με τα γκέιμς ιντερνετάκια , θα κάνουν ντιλιτ τα πάντα για να έχουν περισσότερο χρήσιμο χώρο. Τώρα αν κάποιος από αυτούς καθίσει να διαβάσει τα ποιήματά σου και ανάψει τσιγάρο και αρχίσει τα γέλια … ευτυχώς που δεν υπάρχει περίπτωση να τον δεις.

Αν είναι λίγο …ξέρετε της αρπαχτής  θα διαλέξει ένα δυο , που θα τα θεωρήσει καλύτερα για να τα στείλει με ες ε μεσ σε κάποια που τον ενδιαφέρει. Και αν υπάρχουν αρκετά θα μπορεί κάπου -κάπου να της στέλνει κανένα ,για να διατηρεί το ενδιαφέρον της.

Αν καταλάβει ότι ο ιδιοκτήτης του «μηχανήματος» είναι γυναίκα και βρει το μέιλ της, το κινητό της  ή κάποια πολύ προσωπικά στοιχεία για τη ζωή της … τότε έχουμε ένα ερωτικό θρίλερ ,όπου κάποιος άγνωστος ξέρει πολύ προσωπικά πράγματα για κάποια , την διαβάζει σαν ανοιχτό βιβλίο , αλλά …δεν γνωρίζουμε τις προθέσεις του .

Αν είναι ένας φαρσέρ μπορεί να  τηλεφωνεί κάθε τόσο για να σου θυμίσει ότι δεν πρέπει εσύ να δουλεύεις σε τόσο άχαρη δουλειά όταν μπορείς να γράψεις αριστουργήματα .

Να μη πάρω εκείνη τη χειρότερη περίπτωση που θα προσπαθήσει να δημοσιεύσει δικά σου πράγματα σαν δικά του.

Η απώλεια του λαπτοπ είναι μια κλεμμένη ζωή.

Μήπως θυμάται κανείς ότι  κάποιο χειρόγραφο του Μακρυγιάννη σώθηκε την τελευταία στιγμή από λογοτέχνη που το βρήκε σε μινι μάρκετ της εποχής να χρησιμοποιούνται τα φύλλα του για να τυλίγουν τρόφιμα. Δηλαδή σήμερα να χρησιμοποιηθεί το κλεμμένο λαπτοπ σαν στήριγμα της ταμειακής γιατί δεν πατάνε καλά τα ποδαράκια της.

Δεν ξέρω πως αλλιώς να εκφράσω τη συμπαράσταση μου στη λάιφγουίσπερς ,αλλά εγώ προσωπικά αγχώθηκα υπερβολικά από την κλοπή ,γιατί ένα σωρό άλλες κακές εικόνες έχουν κολλήσει στο μυαλό μου με την ιδέα του χαμένου λαπτοπ.

 

 

 

 

Μαΐου 20, 2008

Η γιορτή της μητέρας .

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 11 :19 πμ

        Μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο. Στην αρχή είχα το σύνδρομο «παπάκια» , ακολουθούσα δηλαδή κάθε φιλεύσπλαχνη ,ελαφρώς παχουλή κυρία που ερχόταν επίσκεψη στο ίδρυμα σαν να ήταν η μητέρα μου. Μετά κατάλαβα. Η μητέρα είναι σαν το ταλέντο ή το χεις ή δεν το χεις.

       Τώρα κάθομαι εδώ σ’ ένα παγκάκι στον Εθνικό κήπο και περιμένω. Έχω να φαω από χθες αλλά αυτό είναι κάτι που δεν μ’ απασχολεί. Η πείνα είναι κομμάτι της ζωής μου. Όταν δεν πεινάω αισθάνομαι νεκρός. Το μεγάλο μου ταλέντο είναι τα «παπάκια» – πράγμα που φάνηκε από τη παιδική μου ηλικία ακόμα – είμαι πολύ καλός στο να κλέβω «παπάκια». Τώρα θα σας εξηγήσω πως η πείνα είναι ο καλύτερός μου σύμμαχος. Ο μεγάλος πανικός όταν «απαλλοτριώνεις» ένα παπάκι – όπως λένε και κάποιοι φίλοι μου που έχω καιρό να τους δω – έρχεται όταν είσαι έτοιμος να το αρπάξεις πρώτον  και δεύτερον αν «καπάκι» σε κυνηγήσουν . Εκεί “ο καταδιώκων πλεονεκτεί έναντι του διωκόμενου διότι ο δεύτερος έχει εχθρό τον ίδιο του τον εαυτό” (σοφές φράσεις που τις λένε οι μπάτσοι όταν σε ανακρίνουν)  αφού το στομάχι του τρελαίνεται στις συσπάσεις και η καρδιά του χτυπάει σαν ντραμς των Άϊρον Μέντεν . Όμως το δικό μου στομάχι κάνει ήδη συσπάσεις από τη πείνα και το έχω συνηθίσει. Πολλές φορές αφηρημένος συγχέω στον εαυτό μου το άγχος με τη πείνα. Αυτό είναι ένα μικρό αλλά σημαντικό κομμάτι της δουλειάς που το έχω επιλύσει με το δικό μου τρόπο , δεν θα μάθετε όμως περισσότερα διότι δεν χρειάζομαι άλλους ανταγωνιστές , σε μία τόσο δύσκολη και σφιγμένη αγορά γύρο μας.

        Περιμένω τώρα εδώ στο παγκάκι μου τον έμπορο που παρέδωσα χθες ένα ολοκαίνουργο άθικτο τετράχρονο Γιαμάχα . Οι τιμές εδώ είναι φιξ . Θα ζητήσω 150 χιλιάρικα για να πάρω στη καλύτερη περίπτωση 120 που είναι 360 ευρώ και αυτός θα με πιέσει να μου δώσει 350 για να μη πω 300.

        Η ώρα περνάει και ο έμπορος δεν φαίνεται. Κάτι δεν πάει καλά. Συνήθως δεν με στήνει . Μπορεί να κάνει σκληρά παζάρια αλλά στις δουλειές του είναι συνεπής και το κυριότερο πληρώνει καςς. Δεν καπνίζω και γενικά αποφεύγω τις νευρικές κινήσεις. Στη δουλειά μας πάντα υπάρχουν απρόοπτα και η νευρικότητα προσθέτει περισσότερα προβλήματα. Κάθομαι ακίνητος σ’ αυτό το παγκάκι και έχω οπτική επαφή με τη Λεωφόρο Αμαλίας. Κακές σκέψεις σαν σφήκες πετάνε μέσα στις ελικοειδείς στοές του μυαλού μου . Το στομάχι δεν αντιδρά ακόμα. Δεν παύω όμως να πεινάω. Κοιτάζω πάλι το ρολόι και βλέπω ότι τα πράγματα σφίγγουν . Σε λίγα λεπτά θα είμαι στημένος μία ώρα.

         Δεν φαίνεται κανείς και σκοπεύω να φύγω αλλά στο μαγαζί του θα πάω σε λίγες μέρες . Μπορεί κάτι να στράβωσε, καμία  καρφωτή από ανταγωνιστές και τώρα να φοράει ατσάλινα βραχιόλια. Πρέπει να τηρούμε τις αποστάσεις. Όταν πλέον είμαι στημένος μία ώρα και ένα τέταρτο, μία γυναίκα κοντά στα σαράντα πλησιάζει με μία προσποιητή άνεση και κάθεται στην άλλη άκρη από το παγκάκι.

Της ρίχνω μία πλάγια ματιά. Τόση ώρα παρακολουθώ τι γίνεται γύρο μου και είμαι σίγουρος ότι ήρθε μόνη της. Λες να θέλει «παρέα»; Με ρωτάει  πως με λένε . Τώρα τι γίνεται εδώ; έχουν τσιμπήσει τον άλλο και τους κάρφωσε που είμαι για να τη γλιτώσει ή είναι «μόνη της» αυτό τον καιρό; Αν με πλησιάσει , αν κινηθεί έστω και λίγο θα φύγω . Θα πάω προς τα κάγκελα- που δεν το περιμένει- και σε πρώτη φάση θα γαντζωθώ στη μέση του φράχτη και μετά θα περάσω πάνω από το κάγκελο και θα φύγω προς την Αμαλίας. Αν είναι μπατσίνα θα περιμένει να τρέξω προς το βάθος του μονοπατιού που περνάει μπροστά μας και φυσικά λίγο πιο πέρα κάποιοι θα με τσιμπήσουν. Προς το παρόν όμως φαίνεται διατεθειμένη να με ηρεμήσει για να πάψω να είμαι σε ετοιμότητα.

         Μία φορά τη πάτησα με γυναίκα. Μία φορά που για να με παγιδεύσουν μου σερβίρουν  σικέ- μητέρα. Και όπως κάθε ορφανό το πίστεψα. Και το πίστεψα γιατί δάκρυσε με τη ψεύτικη ιστορία που της είπα. Αλλά εδώ θα πάω πιο πίσω στο παρελθόν. Μια μέρα στο ορφανοτροφείο με φώναξαν οι άλλοι για να μου πουν ότι ήρθε μία κυρία και με γύρευε και ήταν λεει η μητέρα μου. Έτρεξα όπως δεν έχω τρέξει ποτέ και δεν υπήρχε καν ούτε μία άγνωστη κυρία να με περιμένει στην είσοδο του ορφανοτροφείου. Ήταν μια φάρσα , μια φάρσα που την κάναμε σε όλους κατά καιρούς για να μη τη πατάνε . Δεν υπάρχει μητέρα για μας . Μόνο οι αδύναμοι και οι ηλίθιοι εξακολουθούν να ψάχνουν τη μητέρα τους.

        Με λένε Αλέξανδρο είπα στη κυρία που καθόταν στο παγκάκι και μεγάλωσα στο Παπάφειο. Δεν γνώρισα τη μητέρα μου ποτέ ,ούτε τον πατέρα μου ,ούτε κανέναν άλλο. Είμαι είκοσι χρονών και η μητέρα μου αν ζούσε θα είχε την ηλικία σας. Μια μέρα πέρασε από το ορφανοτροφείο να με βρει για να με πάρει πίσω στο σπίτι μας. Ήμουν τότε λιγότερο από πέντε χρονών. Την έδιωξαν με το χειρότερο τρόπο. Της είπαν πως δεν είχε δικαίωμα να με ζητάει τώρα , αφού όταν με γέννησε δεν με ήθελε. Έφυγε λυπημένη και έκλαψε πάρα πολύ στο δρόμο. Τι δουλειά έκανε ; δεν μου είπαν ποτέ. Ξαναήρθε μετά από λίγο καιρό , πιο καλοντυμένη και πιο υπομονετικά με ζήτησε αλλά από το ορφανοτροφείο δεν με έδωσαν. Την άφησαν να περιμένει πολλές ώρες και όταν ήρθε ο διευθυντής της είπε πως δεν μπορούσε να με πάρει , ήταν επικίνδυνη για μένα και ήμουν ασφαλής μόνον εδώ στα χέρια της πολιτείας. Την συνόδευσε στη πόρτα ευγενικά αλλά ψυχρά. Εκείνη τη μέρα έκλαψε τόσο πολύ που από τα δάκρυα δεν έβλεπε που πήγαινε , γύρισε και τον παρακάλεσε σε μία ύστατη δραματική προσπάθεια να πάρει πίσω το παιδί της , αλλά εκείνος σκληρός δεν την άφησε να περάσει ούτε τη πόρτα. Τότε γύρισε να φύγει και δεν είδε ανάμεσα στα δάκρυά της  ένα αυτοκίνητο που πλησίαζε. Τη χτύπησε τόσο δυνατά που ξεψύχησε μέσα σε λίγα λεπτά στα χέρια του.

         Όλες μ’ αυτή την ιστορία δακρύζουν όλες ,εκτός… από την κυρία που καθόταν στην άλλη άκρη στο παγκάκι ανέκφραστη. Ή δεν με πρόσεχε γιατί περιμένει κάποιον , ή είναι μία ψυχρή επαγγελματίας που πρέπει να παίξει το ρόλο της μέχρι να με συλλάβουν. Τα μάτια της δεν έχουν καν βουρκώσει . Σηκώθηκα και πριν το καταλάβει βρισκόμουν γαντζωμένος στα κάγκελα του εθνικού κήπου από τη μεριά της Αμαλίας. Έκανε να σηκωθεί και πέρασα με φοβερή ευκινησία απ’ έξω. Τότε από κάπου εμφανίστηκαν  και τα παιδιά με τις μπλε στολές αλλά ήταν αδύνατο να με φθάσουν. Πέρασα γρήγορα απέναντι και έφθασα ως την οδό Βουλής αλλά δεν πήγα ούτε στην Ερμού ούτε προς τη Πλάκα. Έκανα αριστερά και ήξερα που θα πήγαινα : Στο Πρώτο Νεκροταφείο.

        Αυτή τη φορά η «εικονική μου» μητέρα με έσωσε. Περπάτησα αρκετά κάνοντας μία μεγάλη καμπύλη για να φθάσω στο νεκροταφείο. Περνώντας έξω από ένα ανθοπωλείο διάβασα :  «Μπουκετάκια για τη γιορτή της μητέρας με ένα ευρώ» . Πεινούσα. Δεν πήρα και το χρήμα. Ήταν η γιορτή της μητέρας και ήθελα να κάνω ένα δώρο σ’ αυτή τη «μητέρα» που είχε επινοήσει το μυαλό μου. Έψαξα ανάμεσα στους τάφους για κάποια άγνωστη που να είναι σαράντα  χρονών σαν τη μητέρα μου.

       Τη βρήκα . Ήταν  ένας πεντακάθαρος φρεσκοπλυμένος τάφος με ένα ωραίο μπουκετάκι στο ανθοδοχείο. «Το απαλλοτρίωσα» . Περίμενα να σκοτεινιάσει. Πεινούσα. Περπάτησα αρκετά στη περιοχή γύρο από το νεκροταφείο μέχρι που έπεσε η νύχτα. Τότε ξαναγύρισα στον Εθνικό Κήπο.

Πλησίασα στο παγκάκι που καθόμουν και άφησα το μπουκέτο για τη «μητέρα μου» που με έσωσε πριν. Ακριβώς τότε με γράπωσαν. Μου πέρασαν τα ατσάλινα βραχιόλια και δεν μπορώ ακόμα να πιστέψω ότι με περίμεναν τόσες ώρες να επιστρέψω εκεί .

      ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ: Η μητέρα μάς προστατεύει ακόμα κι αν δεν της πάμε λουλούδια στη γιορτή της .(… κακώς έφερα τα λουλούδια  )

                                          

                                                                 8-5- 2002

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:  Τη μητέρα μου δεν τη ξέρουμε ούτε εγώ ούτε εσείς. Την «εικονική μου» μητέρα σας τη σύστησα και μάλιστα είδατε πως με προστατεύει από τους κινδύνους. Η «σικέ» μητέρα όμως ποια ήταν;  Τη γνώρισα πριν 4 χρόνια. Προσπαθούσαν να με ψήσουν παλιοί φίλοι από το ορφανοτροφείο να κάνουμε μία μεγάλη δουλειά μαζί. Εγώ είχα την «ειδικότητά» μου και δεν έδινα σημασία. «Παπάκια και πάλι παπάκια» έλεγα. Με είπαν ψιλικατζή με είπαν αποτυχημένο , μου είπαν ότι μία ζωή θα πεινάω – εδώ κυριολεκτούσαν – τίποτε εγώ. Τότε μου έσκασαν το παραμύθι. «Σε ψάχνει η μητέρα σου» . Τίποτε εγώ. Φέρνουν λοιπόν τη δήθεν μητέρα μου εκεί ,η οποία δείχνει πολύ στοργική και εγώ της λεω την ιστορία μου , αυτή που εγώ ξέρω για την αδικοχαμένη μητέρα μου κάτω από τις ρόδες του λεωφορείου.  Όχι απλώς δάκρυσε αλλά έκλαιγε μέρες. Ορφανό παιδάκι και εγώ το κατάπια. Κάνουμε τη δουλειά , βγάζω τα χρυσαφικά από τη τρύπα ως ο πιο αδύνατος σε σωματική διάπλαση και τότε τρωω μία τόσο δυνατή γροθιά που έπεσα πίσω , χτύπησα στο κεφάλι , χτύπησε και ο συναγερμός και με βρήκαν μέσα στα αίματα να τους περιμένω οριζοντιωμένος. Ήταν ένα από τα ωραία ριφιφί στο κέντρο της Αθήνας και οι συνέταιροί μου αποκόμισαν καλά κέρδη. Πέρασα ένα χρόνο αναμορφωτήριο και άλλα δύο φυλακές ανηλίκων. Αν αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει έστω ένα δάκρυ στα μάτια σας προσέξτε καλά : έχετε μπει στο στόχαστρο  της «μητέρας μου».

Απριλίου 23, 2008

άντρας 20+ γυναίκα 40+ (…οι ρόλοι πάνω από τα αισθήματα)

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 11 :44 πμ

            Οι ρόλοι είναι το προφανές.

 Τι είναι για τη γυναίκα ο νεαρός εραστής; Ο δονητής της.

 Τι είναι για τον πιτσιρίκο η 40+ γυναίκα ; Το πορτοφόλι του.

             Ένα πρωί ήρθε στο γραφείο μια πελάτισσά μας – με καλό χαρτοφυλάκιο – αναστατωμένη. Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου και έδειχνε να υποφέρει. Ζήτησε να δει μόνο το ντάντι , ενώ συνήθως την αναλάμβανα εγώ που θυμάμαι και το χαρτοφυλάκιό της απ’ έξω . Εκείνος παράτησε τις συνηθισμένες ασχολίες του και κυρίως την παρακολούθηση των αγορών έξω και τη δέχτηκε στο γραφείο του.

             Ζήτησε να της φέρουν καφέ και κάποια στιγμή που βγήκε να μιλήσει στο τηλέφωνο από άλλη γραμμή , βρήκα την ευκαιρία και τρύπωσα στο γραφείο του, παίρνοντας από τα χέρια της τον καφέ που της πήγαινε η γραμματέας μας, για να της τον πάω εγώ.

             Η πελάτισσά μας είχε βγάλει τα γυαλιά και είχε ένα μαυρισμένο μάτι . «Τι πάθατε ;» τι ρώτησα με πραγματικό ενδιαφέρον. « Με χτύπησε το τεκνό μου» απάντησε χωρίς ενδοιασμούς.

             Ο ντάντι επέστρεψε , μου έριξε ένα αυστηρό βλέμμα και φρόντισα να εξαφανιστώ γρήγορα. Έμειναν τουλάχιστον μία ώρα κλεισμένοι εκεί μέσα. Τη γουστάρω αυτή την τύπισσα , αν και ποτέ δεν μου δόθηκε η ευκαιρία νααα…  έρθουμε πιο κοντά.

              Μόλις έφυγε πήγα στο γραφείο του. Τι έγινε ;τον ρώτησα. Τι θες να γίνει ; μου είπε αποφεύγοντας. Τι ήθελε η «τραυματισμένη»; λέω. Θέλει να ρευστοποιήσει μέρος του χαρτοφυλακίου της. Θα κάνει μια αγορά μου είπε. Ποιος τη χτύπησε ; ρώτησα. Μα τι ρωτάς τώρα ; μου είπε για να ξεφύγει. Ντάντι γιατί δεν μου λες τι έγινε; Γιατί αυτά είναι προσωπικά των πελατών που τα μαθαίνουμε ευκαιριακά , δεν είναι σημαντικά για τη δουλειά μας και όσο λιγότεροι τα ξέρουν τόσο καλύτερα . Εγώ θέλω να μάθω τι έγινε όμως . Γύρνα στη δουλειά σου και άσε αυτό το θέμα. Τις επόμενες μέρες να παρακολουθείς το χαρτοφυλάκιο της για να ρευστοποιήσουμε.

Και τι θα το κάνει το χρήμα; Σου είπε; «Θα αγοράσει ένα ακίνητο» . Δεν θα μου πεις τι άλλο σου είπε; «Όχι.»

               Δεν πειράζει θα μάθω μόνος μου. Γύρισα στη θέση μου και άνοιξα αμέσως το χαρτοφυλάκιο της . Είναι πλήρες. Έχει δυνατά χαρτιά , έχει μεσαία κεφαλαιοποίηση έχει και καναδυό «σαπάκια» που μπορεί να κάνουν την έκπληξη. Παίζει τράπεζες αλλά και αποκρατικοποιήσεις , έχει ανανεώσιμη ενέργεια αλλά και πετρέλαιο.

               Σήκωσα το ακουστικό και την πήρα στο κινητό της. «Κυρία Τζέλα είμαι ο Αντώνης από τη χρηματιστηριακή.» «Τι κάνεις Τόνι μου;» «Ανησυχώ» της είπα. «Ανησυχώ για σας.» Εν τω μεταξύ μου τη σπάει το Τόνι. Το «Αντώνης» είναι βαρύγδουπο και αρρενωπό το Τόνι είναι πολύ εφηβικό . Αλλά δεν της το λέω. Τέλος πάντων . «Μην ανησυχείς καθόλου» μου λέει. «Είναι ίσως η πρώτη φορά που ξέρω τι μου γίνεται.» «Θα ήθελα να μιλήσουμε για το χαρτοφυλάκιο σας» λέω. «Θέλω να συναντηθούμε να πιούμε κάτι και να τα πούμε εκτενέστερα.» «Οκ » λέει. Δίνουμε ραντεβού.

               Την περιμένω εδώ στη γειτονιά μου , στο αγαπημένο μου καφέ. Μερικές φορές αισθάνομαι  πως δεν θέλω να φεύγω καθόλου από το Ψυχικό. Θέλω εδώ να δουλεύω , εδώ να κυκλοφορώ ,εδώ να ερωτεύομαι.

               Μπαίνει με τα μεγάλα μαύρα γυαλιά της. Δεν έφυγε ακόμα το μαύρισμα.

 Έχει ένα αγέρωχο βάδισμα. Με βλέπει. Έρχεται στο τραπέζι μου. Ωραία γυναίκα.

              «Λοιπόν;» Μου λέει. «Ανησυχώ» της λέω. «Ανησυχώ για σας.» «Δηλαδή;» ρωτάει γυρνώντας μου το αριστερό της προφίλ και ανασηκώνοντας το αντίστοιχο φρύδι. «Να …» λέω , «…φοβάμαι μήπως πέσατε θύμα εκβιασμού.» «Ααααα …. Γι αυτό ανησυχούσες;» «Ναι , γι αυτό , δεν μπορεί να ρευστοποιεί κάποιος ένα καλό χαρτοφυλάκιο αν δεν υπάρχει σοβαρός λόγος.» «Δεν έχεις άδικο» μου λέει. «Όμως η ιστορία αυτή δεν είναι όπως φαίνεται. Δεν σου κρύβω Τόνι μου ότι περίμενα κάτι , κάποιον , να με ρωτήσει για να του πω όλα αυτά που κρύβω μέσα μου τον τελευταίο καιρό. »  

           Νομίζω πως έφτασε η κατάλληλη στιγμή , δεν ρωτάω τίποτε άλλο μόνο περιμένω.

             «Στην αρχή ήταν μόνο ένα βλέμμα. Ένα έξυπνο βλέμμα που με κάρφωνε επίμονα. Σιγά τώρα , «ο σπόρος» , με κοίταξε ο «σπόρος» . Τι θέλεις μωρό μου , άντε στη μανούλα σου να σου αλλάξει πάνα . Άντε γιατί σε λίγο θα μυρίζει. Να κάτι τέτοια σκεφτόμουν όταν έπιασα το βλέμμα του πάνω μου. Σπιρτόζικο μάτι , έξυπνο και ανήσυχο. Δεν μάσησα τότε. Δεν ξέρω από πού βρήκε το κινητό μου και άρχισε το παιχνίδι. Με πήρε αρκετές φορές . Δέχτηκα να τον συναντήσω για να ξεκαθαρίσει η ενόχληση. Δεν με συνάντησε. Αρνήθηκε . Το μυστήριο κεντρίζει τη γυναικεία περιέργεια.  Ήταν ευγενικός στο τηλέφωνο ,αλλά δεν με άφηνε σε ησυχία . Έδειχνε να με γνωρίζει αλλά και να μη θυμίζει τίποτε, να με ποθεί με ένα τρόπο που σε φαντασιώνεται ένας άγνωστος. Τότε δεν ήξερα ακόμη ότι η φωνή στο τηλέφωνο «ανήκει» σε εκείνο το ανήσυχο βλέμμα.

                Έχω μια κόρη που ετοιμάζεται να παντρευτεί και δεν είμαι ευάλωτη σε τέτοιες μαλακίες. Προστατεύω τον εαυτό μου αλλά και την εικόνα μου σε κείνη. Το διαζύγιο μου ήταν ένα τραύμα που νομίζω πως το έχω ξεπεράσει αλλά ποτέ δεν ξέρεις…

               Βρεθήκαμε σε εταιρική δεξίωση. Ενημέρωση για νέα προϊόντα .   Ήταν η φάση που σκεφτόμουν να αλλάξω κινητό για να μη με ενοχλεί. Στη δεξίωση ένας νεαρός με πλησίασε με δύο ποτήρια σαμπάνια. Μου άπλωσε το χέρι και είπε: «Τώρα μπορείς να με γνωρίσεις…». Η φωνή μου φάνηκε γνωστή αλλά ακόμα δεν…καταλάβαινα. Μιλήσαμε πολύ ώρα . Σε βαθμό να φοβάμαι ότι θα με παρεξηγήσουν. Ήταν πολύ πειστικός. Από την πρώτη στιγμή όμως διαισθάνθηκα ένα πλάσμα με έντονες διακυμάνσεις στην ψυχολογία του και  στη … συστολή του. Ναι θα το πω κάπως έτσι : έδειχνε υπερβολικά ντροπαλός σε κάποιες φάσεις και μετά σχεδόν επικίνδυνα άνετος.   Όμως στην αρχή όλα αυτά μου φάνηκαν πολύ χαριτωμένα. Φύγαμε με το αυτοκίνητό μου από κει και βρεθήκαμε να φιλιόμαστε στο πάρκινκγ μεγάλου σούπερ μάρκετ.

             Φυσικά δεν έγινε τίποτε εκεί , τον πήγα στο σπίτι. Δεν είμαι για αυτοκίνητα και τουαλέτες (βιαστικό σεξ στα όρθια ) στην ηλικία μου , θέλω κρεβάτι.

             Μου έδωσε αυτό που σπάνια βρίσκουν οι γυναίκες πάνω από τα σαράντα: Άφθονο σεξ και διαθέσιμο οποιαδήποτε στιγμή. Αν με ρωτήσουν τι συνέβηκε όλο αυτό τον καιρό που γνωρίζομαι με το «σπόρο» θα πω ότι «χόρτασα» σεξ. Δεν ξέρει ότι τον λέω «σπόρο» . Αν το μάθει θα θυμώσει πολύ.

            Οι πρώτες μέρες ήταν απίθανες. Ήταν ένα δειλό παιδί που του μάθαινα τον κόσμο. Το κάναμε συχνά και καθημερινά. Μερικές φορές το κάναμε και στο γραφείο. Κάποια στιγμή ξέχασε ποιος ήταν και έδειχνε να προκαλεί τη μοίρα του. Όμως δεν φταίει μόνο αυτός. Την αρχή την έκανα εγώ εθίζοντάς τον με τα δώρα μου. Από τα μικροπράγματα που του δώριζα  , καταλήξαμε σε ένα «ταγκ» που το πήγα δύο φορές πίσω στο μαγαζί , μέχρι να αποφασίσει με τους φίλους του ποιο ήταν το μοντέλο που του πήγαινε. Α τώρα που το θυμήθηκα είναι και οι φίλοι του. Τον έπαιρναν στο κινητό συνήθως όταν είχαμε ραντεβού και το σήκωνε λέγοντας : «αφού σας είπα ρε μα….σμένα να μη με ενοχλείτε όταν είμαι με το κορίτσι μου.»

          Εγώ ήμουν το κορίτσι του. Μου πρότεινε να αλλάξω χτένισμα για να δείχνω μικρότερη , να βάλω σκουλαρίκι στη μύτη και στον αφαλό . Μου πήρε σι ντι με ραπ για το αυτοκίνητο. Έφθασα να γνωρίζω τη φωνή του Έμινεμ ακόμη κι αν τραγουδούσε το σαϊλεντ νάιτ. Όπως με κατάφερε να «πετάξω» τα χρυσά κοσμήματά μου για να φορέσω φτηνιάρικα ασημένια , χειροποίητα και ψαγμένα . Επίσης ενέδωσα να κάνω 4-5 τρύπες ακόμα στα αυτιά για σκουλαρίκια καρφιά .

          Ούτε εδώ φαινόταν ακόμα το πρόβλημα. Εγώ δεν ήθελα να τον χάσω και εκείνος δεν ήξερε τι βίωνε μαζί μου . Κανένας νέος δεν συνειδητοποιεί πόσο ωραία περνάει κάποιες στιγμές και όταν έρχονται τα χειρότερα τότε … «θυμάται».

           Μια μέρα κάτι μου είπε στο κρεβάτι , κάτι σαν βρισιά κάποιο υπονοούμενο που μου φάνηκε υποτιμητικό. Γύρισα και του ‘δωσα ένα χαστούκι στο μάγουλο . Δεν τα έχασε καθόλου και μου το ανταπέδωσε. Αρχίσαμε τα χαστούκια πάνω στο κρεβάτι και στο τέλος καταλήξαμε αγκαλιασμένοι να κάνουμε υπέροχο σεξ. Τις επόμενες μέρες έπεφτε πολύ ξύλο . Για την ακρίβεια πολλά χαστούκια. Το χαστούκι ξέρεις , ίσως το έχεις προσέξει και στις παλιές ταινίες του Χόλιγουντ , είναι τελικά πολύ σέξι. Πρόσεξέ με όμως , τα χαστούκια , αυτά τα ωραία χαστουκάκια που φέρνουν μια ανατριχίλα στο δέρμα και είναι πολύ διεγερτικά. Δεν μπορώ να πω ότι με φτιάχνει το ξύλο , οι γροθιές » …και με ένα νεύμα μου έδειξε το μάτι της.

           Κοίταξα τα χέρια της και με φαντάστηκα «να τελειώνω» μέσα στις τρυφερές παλάμες της. Την περίμενα να πιει μια γουλιά καφέ , της έδωσα καινούριο τσιγάρο από τα δικά μου και ξάπλωσα πιο τεμπέλικα στον καναπέ για να την ακούσω.                   

           « … και όπως καταλαβαίνεις το σήριαλ συνεχιζόταν. Ότι κάναμε το μάθαινε και η παρέα του και δεν έλλειπαν ποτέ τα τηλεφωνήματα και οι απαντήσεις : « μη με ενοχλείτε » , « δεν μπορώ τώρα έχω δουλειά » « δεν σας είπα πόσο ερωτευμένος είμαι ; » και μετά ξάπλωνε γύρναγε στο κρεβάτι για να κάνουμε απίθανα πράγματα. Τώρα που θυμήθηκα  ξανά την παρέα του , πρέπει να σου πω ότι θα μπορούσε να είναι κολλητός με την κόρη μου . Την γνώριζε ελάχιστα από κοινούς φίλους και τελικά  του έκανε «κλίκ» η μαμά της.» Εδώ χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση . Δεν έδειχνε και πολύ πεσμένη ψυχολογικά παρά τα πρόσφατα τραύματα. 

            «Μια μέρα μου διηγήθηκε πως ένας φίλος του βγήκε με ένα κορίτσι που ήταν παρθένα και όταν έφθασε η κρίσιμη στιγμή του ζήτησε να το κάνουν από πίσω , γιατί δεν ένοιωθε έτοιμη ακόμα , φοβόταν και την εγκυμοσύνη  … Εκείνη τη μέρα λοιπόν το κάναμε και εμείς από πίσω. Ακολούθησε μια βαρετή εβδομάδα «από πίσω» μέχρι που δεν άντεξα και του είπα « Ούτε παρθένα είμαι , ούτε θα μείνω έγκυος» .

              Γυρίσαμε στα παλιά , βρισκόμαστε , κάναμε σεξ, του έκανα δώρα … όλα έδειχναν άψογα , μόνο που εγώ είχα το άγχος  ότι κάτι μπορεί να τον κουράσει , κάτι να τον κάνει να βαρεθεί και να τελειώσουν όλα . Τότε του πέταξα το δόλωμα του αυτοκινήτου. Λοιπόν για πες μου Τόνι , μήπως ξέρεις πόσες αντιπροσωπίες έχει η Αθήνα; Εσύ δεν ξέρεις , εγώ όμως μπορεί και να ξέρω. Πήγαμε παντού. Αρκετοί μας θεωρούσαν μητέρα και γιο. Άλλοι πιο έμπειροι , καταλάβαιναν τι τρέχει και το απολάμβαναν , προσπαθούν να εξιχνιάσουν πόσο περισσότερα είναι αποφασισμένο να πληρώσει το θύμα.

             Το θέμα του αυτοκινήτου ξεκίνησε χαριτωμένα και εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Στην αρχή σκεφτόμουν και εγώ να αλλάξω το δικό μου και να πάρω κάτι πιο σπορ. Όμως εκείνος το παρατράβηξε. Κοιμόταν και ξυπνούσε με περιοδικά αυτοκινήτου.

Κάναμε σεξ και μετά βυθιζόταν στις ιλουστρασιόν εικόνες των περιοδικών. Δεν ξέρω αν απολάμβανε πια το σεξ μαζί μου τόσο , όσο την προσδοκία ενός τζι τι άι. Νομίζω πως τότε ήμουν ικανή να του πάρω κάτι πολύ ακριβό αλλά μια δύναμη με έκανε να το αναβάλω.

             Δεν σκέφτηκα ποτέ τα χρήματα . Το χρήμα υπάρχει για να περνάμε ωραία. Όμως το αγόρι μου , αυτό το σεξουαλικό σπορίδιο που κοιμόταν δίπλα μου δεν ένοιωθε τίποτε πια για μένα. Και για όλα φταίω εγώ. Μάλλον η ανασφάλειά μου μήπως τον χάσω. Θα μπορούσα να αφήσω τα πράγματα να εξελιχθούν , να δοκιμάσουμε τα κορμιά μας , να παίξουμε , να περάσουμε καλά και να απομακρυνθούμε όπως θα ήταν το πιθανότερο. Όμως του δημιούργησα εθισμό με το χρήμα και τα δώρα , έναν εθισμό που δεν θα τον άφηνε να ξεκολλήσει και … δεν φα- νταζόμουν τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί.

            Όσο τον έβλεπα να κολλάει στις εικόνες αυτοκινήτων τόσο πιο σκληρή γινόμουν.  Ώσπου μια μέρα αποφάσισα να ξεκινήσω την αντίστροφη μέτρηση. Επινόησα ένα ανόητο παιχνίδι φέρνοντας του κάθε μέρα καινούριο τεύχος. Αγόραζα ακόμα και ξενόγλωσσα περιοδικά αυτοκινήτου που δεν τα γνώριζε , που δεν μπορούσε να τα διαβάσει , που καθόταν και έκανε συγκρίσεις με τα ελληνικά για να διαπιστώσει ότι για το ίδιο μοντέλο οι ξένοι γράφουν περισσότερα. Τον έβλεπα να μελετάει  κι εγώ χαμογελούσα πονηρά πίσω από την πλάτη του.

           Το σεξ μας είχε γίνει στερεότυπο. Είμαστε σαν παντρεμένοι. Εμένα όμως τώρα πια μου στοίχιζε πολύ λιγότερο. (… ένα περιοδικό την ημέρα ) . Ήδη στο μυαλό μου η προοπτική και για δικό μου αυτοκίνητο είχε εξαφανιστεί. Σκεφτόμουν πάντα ένα ακίνητο για την κόρη μου. Δεν έχω παράπονο από τη δουλειά μου , βγάζω καλά χρήματα αλλά ανησυχώ για την κόρη μου. Εγώ νομίζω ότι ήμουν τυχερή. Εκείνη όμως δύσκολα θα βρει μία δουλειά σαν τη δική μου. Είχα αρχίσει να συζητάω με τον πατέρα σου για το ακίνητο , χωρίς όμως να τον πιέζω και να βιάζομαι.»

            Εδώ μπορώ να πω ότι δεν γνώριζα τίποτε. Κάνω τώρα τη σκέψη ότι αυτή η τύπισσα πρέπει να άρεσε στο ντάντι , αλλά ξέρετε … στα πλαίσια της δουλειάς και με το αυξημένο αίσθημα ευθύνης που έχει αυτός για το γραφείο , δεν θα έκανε καμία άστοχη κίνηση που να θέσει σε κίνδυνο την αγορά ακινήτου.        

            « Ένα πρωί  με ρώτησε αν έχω χρόνο να δούμε καμία μάντρα αυτοκινήτων. Πριν απαντήσω το κινητό χτύπησε και τον ρώτησαν αν έγινε κάτι. Απάντησε ανόρεχτα : «Όχι ακόμα» . Φαντάστηκα ότι θα ήταν οι φίλοι του και όπως πάντα τον ρωτούσαν πως τα περνάει μαζί μου. Έκλεισε το τηλέφωνο και με ξαναρώτησε με μια λάμψη ελπίδας στα μάτια του αν μπορώ να πάω μαζί του να ξαναδούμε αυτοκίνητα. Τότε σιγουρεύτηκα ότι στο κινητό ήταν η κολοπαρέα που τον ρωτούσε τι έγινε με το αμάξι. Τα πήρα άσχημα και του είπα ότι έχω πολύ δουλειά αλλά αργά το βράδυ θα ήθελα να μιλήσουμε.

              Στο γραφείο σκεφτόμουν ποιο είναι το καλύτερο μαγαζί για να πεις :

« Χωρίζω».  Σκέφτηκα εκείνο το ξενέρωμα το «Κουκλάκι » στο Χαλάνδρι  που με είχε πάει πριν χρόνια ο άντρας μου για να παίξουμε με τα σεξουαλικά υπονοούμενα των φαγητών και να ρωτήσουμε ποια είναι αυτή η καινούρια στάση που δεν την ξέραμε εμείς. Νομίζω πως το κλίμα στο κουκλάκι , η βιαστική εξυπηρέτηση και η κακή ποιότητα κάτω από το πέπλο της σεξολογίας ήταν ότι πρέπει για να πω «αντίο».

Παρόλη τη φιλότιμη προσπάθεια του προσωπικού να μας «φτιάξει» (όλοι είχαν καταλάβει τι ρόλο παίζαμε ) , παρόλη την δήθεν σέξυ προτροπή ότι εκεί μέσα μπορούμε να τα κάνουμε όλα , η βραδιά δεν…

            Τον άφησα να πιει μερικές γουλιές κρασί , περίμενα να στανιάρει λίγο με το αλκοόλ από το άσχημο κλίμα των προηγούμενων ημερών και μόλις δάγκωνε τη πρώτη μπουκιά από τη βάλανο του πιάτου-πέους του έσφιξα  το χέρι και είπα σταθερά : «Θέλω να χωρίσουμε» . Πρέπει να ένιωσε σαν να του στάθηκε εκείνος ο φαλλός  στο λαιμό. Κοίταξα το πιάτο του , το δικό μου και μετά γύρισα το βλέμμα μου στον κατάλογο στους τοίχους και κοίταξα όλους τους φαλλούς του μαγαζιού για να θυμηθώ πόσες φορές τα τελευταία χρόνια μου ήταν ευχάριστη μια πίπα με τον άντρα μου.

            Κοκκίνισε και δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήπιε λίγο κρασί αλλά δεν μπόρεσε να πνίξει το θυμό του. Χτύπησε το κινητό και ήταν οι φίλοι του για να τον ρωτήσουν πως εξελίσσεται η βραδιά . Τους έβρισε άσχημα και το ’κλεισε. Οι άντρες της ηλικίας του σκέφτηκα εξαρτώνται από την «αγέλη». Χτίζουν τη ζωή τους  αποσκοπώντας να κερδίσουν την ισχυρότερη θέση στην παρέα. Είναι στην κυριολεξία μια αγέλη «πλανόδιων αγοριών» , χωρίς ιδιαίτερο πλάνο για τη ζωή τους , χωρίς σκοπό. Αραδιάζουν κατά καιρούς τα τρόπαιά τους : γυναίκες ,αυτοκίνητα , δίκυκλα , εξτρίμ στιγμές με κίνδυνο , με σεξ , με φτηνή μαγκιά και προσπαθούν να πείσουν τους άλλους για την ηγετική τους θέση.

             Περίμενα λοιπόν ότι θα σηκωθεί και θα φύγει θυμωμένος για να επιστρέψει αύριο , όπως γινόταν μετά από κάθε καυγαδάκι και να τα ξαναβρούμε. Όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση του και αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Συνέχισε να μασουλάει το υπόλοιπο « πέος » με λίγο τρέμουλο στα χέρια , ήπιε κι άλλο κρασί και κάποτε παράτησε το πιρούνι και είπε σοβαρός:

 «Νόμιζα πως δεν είχαμε  προβλήματα. Τι έχεις ; Σου αρέσει κάποιος άλλος ; » «Ήταν λάθος από την αρχή αυτή η σχέση και το ξέρεις. Δεν έχουμε προοπτική. Έχω μια κόρη στην ηλικία σου. Θα μπορούσα να είμαι μητέρα σου»

«Αυτά τα έχουμε ξαναπεί» μου είπε. «Δεν μπορείς να μου πεις τι φταίει;»

 «Μάλλον έρχεται κάποια στιγμή που όλα αυτά μαζεύονται και γίνονται ισχυρότερα από τη σχέση μας» του είπα. (σκέφτηκα για λίγο αυτό που θα ακολουθούσε , δηλαδή τις μέρες με ανύπαρκτο σεξ , ή μια σχέση με ένα μεγαλύτερο μου , που θα είχε μία στύση την εβδομάδα κι αυτή με το ζόρι , αλλά και τώρα είχαμε προσγειωθεί , το πράγμα είχε χαλάσει , ούτε το σεξ δεν είχε τη δροσιά των πρώτων ημερών , δεν υπήρχε κάτι που να με τραβάει κοντά του …) «Δηλαδή για να πω την αλήθεια όλα αυτά , αυτές οι διαφορές μας εννοώ,  βρισκόταν πάντα εκεί και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή , για να μου θυμίσουν ότι εμείς δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί για πολύ καιρό ακόμη, οπότε ας το διαλύσουμε τώρα πριν τα πράγματα γίνουν χειρότερα. Συγνώμη δηλαδή και συ δεν το νιώθεις ότι κάτι χαλάει τη σούπα ; δεν νιώθεις ότι τον τελευταίο καιρό είμαστε «κάπως» ; ιδέα μου είναι ;

           «Εγώ δεν έχω αλλάξει …» είπε « …αν όμως εσύ έχεις άλλα σχέδια , αν υπάρχει κάποιος άλλος και δεν το έχω καταλάβει , σου υπόσχομαι να τον βρω … έχω πολύ πιστούς φίλους , θα τον μαυρίσουμε θα τον κάνω κομματάκια …» είχε αγριέψει αρκετά . Τα τελευταία λόγια μπορεί να τα άκουσαν και τα διπλανά τραπέζια . (…ακόμη ένα πουρό που τη ζηλεύει το τεκνό της …)

            « Δεν υπάρχει κανείς …» τον καθησύχασα « …απλώς έχω την ωριμότητα να κρίνω αυτή την σχέση … έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο και … δεν υπάρχει λογική για όλα αυτά , μιλάει η επαφή μας , τα φιλιά μας δεν είναι όπως πριν , η ανάσα μας συγκρατημένη , δεν απολαμβάνουμε αυτό που μας συμβαίνει πλέον…»

            Μουλάρωσε. « Αν υπάρχει άλλος θα το μάθω , οι φίλοι μου δεν αστειεύονται , θα τον στείλουμε ή στον οδοντίατρο ή σε ορθοπεδικό …»

             Σηκωθήκαμε πριν πιαστούμε στα χέρια εκεί μέσα . Χαιρόμουν που πήρε τον π…ο μέσα σε ένα μαγαζί που μοιράζουν για πλάκα φαλλούς.

            Τον άφησα με το αυτοκίνητο , μάλλον κάπου κοντά στα στέκια που συχνάζει με τους φίλους του.»

             Ούτε εδώ έπεσε η γροθιά σκέφτηκα. Έχω αγωνία να μάθω το τέλος αυτής της ιστορίας αλλά δεν θέλω να πιέσω τη Τζέλα …απολαμβάνω την αφήγηση. Σκέφτομαι κάποιες στιγμές να την αγκαλιάσω γλυκά στην πλάτη, ή να πιάσω το χέρι της  και να το χαϊδέψω με νόημα , αλλά … αυτό το κολόπαιδο την έχει αγριέψει , ποιος ξέρει πότε θα αποφασίσει ξανά να πλησιάσει άντρα… αν και εδώ υπάρχει ένας θετικός παράγοντας που μόνο εγώ έχω καταλάβει : Η κυρία Τζέλα είναι εθισμένη στο καθημερινό σεξ , αυτό το παιδάκι , ο «σπόρος» όπως τον λέει η ίδια ήταν ο δονητής της. Δεν υπάρχει πρόβλημα να δοκιμάσω τις ικανότητές μου νομίζω , αν και θα ήταν καλύτερα να μη βιαστώ για να την πετύχω πάνω στο σύνδρομο στέρησης.

             Τώρα περιμένω να συνεχίσει.

             «Το περίμενα ότι θα τον ξαναδώ , ότι δεν θα καταθέσει τα όπλα τόσο εύκολα και κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου σχεδίαζα τα επόμενα χτυπήματα. Ξέρεις τώρα που το ξανασκέφτομαι τα βρίσκω αστεία όλα αυτά τα σχέδια. Σκεφτόμουν αυτό το καίριο χτύπημα , να λες σε έναν άντρα ότι τον έχει μικρό. Ή μια άλλη καλή δικαιολογία είναι η πρόωρη εκσπερμάτωση … ξέρεις τα περάσαμε κι αυτά στις αρχές και μετά σκεφτόμουν εκείνο το αόριστο , ότι να , πώς να το πω,  κάτι λείπει , δεν με γεμίζει η σχέση μας , νοιώθω ένα κενό, όλα αυτά σκεφτόμουν τότε , όταν μου χτύπησε το κουδούνι ένα βράδυ μεθυσμένος…

            Δεν τον φοβόμουν , περισσότερο τον λυπόμουν γιατί εγώ ήξερα ότι του είχα δημιουργήσει έναν τεχνητό παράδεισο με σεξ , χρήματα , δώρα ,άνεση και τώρα τον έκλεινα απ’ έξω .

            Τον ρώτησα τι έχει. Είπε ότι είχε μια έντονη επιθυμία να με δει. Του είπα να του φτιάξω  καφέ. Ενώ ήμουν πάνω από την καφετιέρα με πλησίασε από πίσω και προσπάθησε να με φιλήσει στο λαιμό. Δεν τον έσπρωξα αλλά μετακινήθηκα για να καταλάβει ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως πριν. Ακούμπησε το μάγουλό του στην πλάτη μου χωρίς να προσπαθεί να με φιλήσει. Μου φάνηκε κάπως μπεμπέ αυτή η φάση , σαν να αποζητούσε περισσότερο μητρική στοργή και λιγότερο γυναικεία επαφή  κι αυτό με χάλασε γιατί δεν μπορούσα να πιάσω το μήνυμα , δεν ήθελα να το μεταφράσω έτσι , μου φαινόταν αρρωστημένο. Έμεινε εκεί μέχρι να κλείσω την καφετιέρα. Τον ρώτησα να μου πει πως περνάει , τι κάνει αυτό τον καιρό αλλά δεν μιλούσε. Καθίσαμε στο σαλόνι , ήπιε μία γουλιά και δεν μιλούσε. Τι έχεις ; τον ρώτησα. Σήκωσε κουρασμένα το βλέμμα και μου είπε , αφού δεν βγαίνεις με άλλον γιατί θες να χωρίσουμε ;  Δεν είναι θέμα καινούριου συντρόφου είπα , απλώς όλα κάποτε τελειώνουν. Το είπα για να τον χειριστώ όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Αμέσως μετά συνειδητοποίησα ότι τις τελευταίες μέρες με παρακολουθούσε .

              Τα πήρα πολύ άσχημα . Πως ξέρεις ότι δεν έχω εραστή; Πως ξέρεις ότι δεν υπάρχει άλλος στη ζωή μου; Απαιτώ να μου πεις τώρα. Με κοίταξε με το ειρωνικό βλέμμα των μεθυσμένων και μου ζήτησε να μη φωνάζω δυνατά γιατί του τη σπάω. Ήταν χαμένος στον κόσμο του και στη μέθη του. Τον έπιασα από το ρούχο του και τον ταρακούνησα. Θα προτιμούσα να βρω έναν άντρα εδώ απόψε μου είπε και να χτυπηθούμε για πάρτη σου … αλλά δεν υπάρχει κανείς ,είσαι μια που…α που με βαρέθηκες. Με γέμιζες δώρα για να νοικιάζεις  το κορμί μου , αυτό είσαι… δηλαδή εγώ που δεν με ένοιαζε τίποτε  άρχισα να σκέφτομαι το επόμενο δώρο σου , το αυτοκίνητο , κόλλησε το μυαλό μου στο αυτοκίνητο. Αυτό είσαι … δεν σε νοιάζει τι αισθάνομαι , για σένα η διασκέδαση τελείωσε , μπορεί και να μη ξαναπάς με άντρα … γαμώτο πολύ θα θελα να βρω ένα τύπο εδώ απόψε και να τον μαυρίσω .

               Έκανε μια κίνηση και άρπαξε το τραπέζι με το ένα χέρι και το σήκωσε. Το άφησε να πέσει απότομα με θόρυβο και ψιθύρισε : «Θα τον πετούσα από το παράθυρο.»

              Δεν είμαστε καλά θα μου διαλύσει το σπίτι.

              Είχα θυμώσει στην σκέψη ότι με παρακολουθεί χωρίς να το ξέρω. Όμως σκεφτόμουν να τον ξεφορτωθώ όσο γίνεται νωρίτερα από κει μέσα .

              «Λοιπόν , οκ , δεν υπάρχει κάποιος να σε αντικαταστήσει , δική μου επιλογή είναι να μη θέλω να συνεχίσω». Έσκυψε το κεφάλι , έδειχνε νικημένος , έδειχνε παιδί που το πλήγωσαν και θα ήθελε εκδίκηση . Δεν πρόσεξα τίποτε από όλα αυτά τότε και ικανοποιήθηκα που κινήθηκε προς την πόρτα. Γύρισε με κοίταξε και ξαναείπε σαν να είχε κολλημένο μικροτσίπ από «εμ πι θρι» στο κεφάλι του : αν έβρισκα κάποιον εδώ τώρα θα …» και πριν καταλάβω τι έγινε μου έδωσε δύο γροθιές στο στομάχι σαν να πάλευε με  άντρα. Διπλώθηκα και με το γόνατο με ξαναχτύπησε στο πρόσωπο. Αυτό που βλέπεις σήμερα είναι αρκετές μέρες μετά … έχω χάσει δύο δόντια μπροστά , ο οδοντογιατρός μου , εργάστηκε πολύ σκληρά για να μου βάλει πολύ σύντομα κεραμικά δόντια και  μετά … είδα και έναν πλαστικό . Τώρα περιμένω να φύγει το μαύρισμα .

              Λιποθύμησα και με βρήκε η κόρη μου. Του έχω κάνει μήνυση. Δεν θα την αποσύρω για να τον τρομάξω να μη με πλησιάσει ξανά. Ξέρω πως φταίω . Είναι όμως πολύ πιεστικό για μια γυναίκα να ζει μόνη. Ξέρεις … δεν μπορείς να βρεις ησυχία . Μια φωνή  μέσα σου σε χλευάζει για την αδυναμία σου , σε προκαλεί να βρεις σύντροφο χωρίς να την νοιάζει για τις συνέπειες.»

             «Κυρία Τζέλα μπορείτε να με παίρνετε στο τηλέφωνο όποτε θέλετε .» είπα… μετά έβαλα το χέρι μου στο λαιμό της ,την τράβηξα μαλακά , σήκωσα τα γυαλιά της και τη φίλησα στο μαυρισμένο της μάτι.

              Τις επόμενες μέρες το χαρτοφυλάκιο της κυρίας Τζέλας κατρακύλησε στη μισή του αξία. Τα χρηματιστήρια πέφτουν και στο γραφείο το θερμόμετρο ανεβαίνει. Οι εφιάλτες  του 2000 ξαναπερνάνε το «γουέλκαμ» πατάκι μας. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο παρά να περιμένουμε.

              Μέσα στον πανικό των ημερών έψησα πελάτη μας να πουλήσει «ΔΟΛ» για να τον ξαναγοράσει φτηνότερα και το χαρτί έφυγε σφαίρα προς τα πάνω. ( … και κανείς δεν ξέρει που θα φθάσει )

              Σκέφτομαι πως είμαι 29 και πλησιάζω με φόρα τα  30. Οι αγορές θα είναι πάντα ελκυστικές και απογοητευτικές μαζί. Το κυνήγι του χρήματος θα παραμείνει η τοπ απασχόληση παγκοσμίως.  Δεν με νοιάζει το χαρτοφυλάκιο της κυρίας Τζέλας . Φαντασιώνομαι το κορμί της και με φτιάχνει η πιθανότητα να βιώσω κάτι ξεχωριστό μαζί της. Κατά τα άλλα μάλλον είμαι καταδικασμένος να μη ξεφύγω από το ρόλο του κυνηγού , ακόμα και μετά από 20 και 30 χρόνια θα … θα ψάχνω το «θήραμα» .

           Δηλαδή για να πω την αλήθεια πάντα ζούμε με την ελπίδα ότι κάπου υπάρχει μια γυναίκα που θα σε γεμίζει και μπορεί , τότε , ίσως , χού νόουζ ? …να γίνω το θήραμά της χωρίς καν  να το υποπτευθώ.

          

                                                                                                    ( 29 . 02 . 2008)      

                                                                     

                                                                                                        akaras1979

Απριλίου 15, 2008

Σαν γενέθλια.

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 1 :45 μμ

Πέρασε ένας χρόνος για το μπλογκ μου και οι υποχρεώσεις και τα άγχη του γραφείου με έκαναν να χάσω επαφή για λίγο καιρό.

Το τελευταίο μου πόστ μιλούσε για μια παλιότερη καταστροφή που τη βιώσαμε με πολύ άσχημο τρόπο.

Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ δραματικά για όλα τα χρηματιστήρια γενικώς , γιατί η κομπίνα στήθηκε πάνω στην αγορά ακινήτων που θεωρείται η πιο ασφαλής αγορά γα επενδύσεις. Δηλαδή ή καταστροφή του 2000 ήταν δικαιολογημένη γιατί οι άνθρωποι επένδυσαν στον εικονικό κόσμο του ίντερνετ . Να όμως που τα σύγχρονα τραπεζικά προϊόντα μπορούν να κάνουν ακόμα και τα ακίνητα «εικονικά».

Όπως σας ξαναείπα την πάτησαν περισσότερο οι κρατικές τράπεζες ανά τον κόσμο γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι παντού ίδιοι. Προσπαθώντας να αποδείξουν ότι δεν είναι αργόσχολοι αγόρασαν «μοντέρνα» αμερικάνικα τραπεζικά προϊόντα και έβαλαν σε μπελάδες τραπεζικούς οίκους που κέρδιζαν χρήμα με συντηρητικές μεθόδους και δεν υπήρχε λόγος να αναλάβουν τέτοιο ρίσκο.

Μια άλλη παράμετρος που αφορά την κρίση του 2000 είναι οι μεταφερόμενες ζημιές. Δηλαδή κάθεσαι κάπου σε ένα καφέ δυο τρία χρόνια μετά και μιλάς για την κρίση , κάνεις πνεύμα στους άλλους γύρω σου , γιατί εσένα σε ακούμπησε  ξώφαλτσα και δεν ξέρεις ότι ένας πελάτης σου άντεχε τόσο καιρό τις υποχρεώσεις του και τώρα δεν μπορεί να βρει άλλο ρευστό οπότε ρίχνει κανόνι και συ βρίσκεσαι με μια επιταγή του στα χέρια σου ( … που δεν θα την πληρωθείς ποτέ )

Σήμερα  λοιπόν και  περισσότερο από κάθε άλλη φορά η οικονομίες των κρατών είναι συγκοινωνούντα δοχεία και οι ζημιές κάποιων φθάνουν και στη πόρτα μας.

Μόνη ελπίδα σήμερα είναι , ότι περισσότερο από κάθε άλλη φορά υπάρχει πολύ χρήμα και μάλιστα ιδιωτικό έτοιμο να επενδυθεί και να μειώσει το άγχος της ρευστότητας. Ακόμα περισσότερο μάλιστα υπάρχει τρομερή δίψα για τζόγο και υπερκέδρη , που αρκεί να έχεις «φαντεζί» επενδυτικές ιδέες και να είσαστε σίγουροι πως πάντα θα υπάρχει  ένας «τρελός» που θα επενδύσει στο δικό σου άλογο.

 

akaras1979@…………….

 

…μη ξεχάσω

να ευχαριστήσω όλους εσάς τους διαδικτυακούς φίλους που καθημερινά μπαίνατε στο μπλογκ μου περιμένοντας σημεία ζωής περισσότερο , παρά το επόμενο πόστ.    

Ιανουαρίου 28, 2008

NO MATINI ? NO PAATY!!

Κατηγορίες: Uncategorized — thelastrealanwnymous @ 10 :10 μμ

Ο Τζωρτζ. Δεν τον πάω καθόλου τον Τζωρτζ. Ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε είναι ένας άχρηστος και όλοι το συμπαθούν. Βέβαια έχει ένα «βέρι ιμπόρταντ» επάγγελμα – αναλυτής σε χρηματιστηριακή εταιρεία – αλλά τι να το κάνω το «ιμπόρταντ» αν δεν έχει απόδοση. Ο Τζωρτζ αν προσπαθήσεις να μιλήσεις σοβαρά μαζί του δεν μπορεί να σου πει ούτε τι ώρα θα ξυπνήσει αύριο, πόσο μάλλον να καταλάβει αυτός ο ψαρομάλλης – δήθεν πλέι μπόι πιο χαρτί ετοιμάζεται να κάνει ράλι.

Η Κέλλυ. Η Κέλλυ είναι ένα πλάσμα που σίγουρα δεν έπεσε από τον ουρανό – επειδή εκπέμπει κάτι το γήινο η αύρα της – αλλά αναδύθηκε από τα βάθη κάποιας σπηλιάς ή βρέθηκε σαν πολύτιμο διαμάντι κολλημένο στην παγωμένη λάβα ηφαιστειακού κρατήρα. Τόσο σφιχτά αγκαλιασμένη με την ύλη, τόσο παθιασμένη να κατακτήσει οτιδήποτε γεύονται οι αισθήσεις, είναι τελικά «πολύ γήινο» αυτό το κορίτσι.

Πώς γνώρισα εγώ την Κέλλυ; Τη γνώρισα σ’ ένα πάρτι. Δεν υπάρχει πάρτι που να μη είναι καλεσμένη η Κέλλυ. Είναι φοβερή στην παρέα, κάνει πολύ κέφι και το κυριότερο δεν κουράζεται ποτέ.

Την Κέλλυ τη συνάντησα πάλι στο γυμναστήριο. Εκεί έδειξα εγώ τις αντοχές μου. Κατέβαινα τελευταίος από τα μηχανήματα, πράγμα που εκτίμησε πολύ η Κέλλυ και ήταν ζήτημα χρόνου να τα φτιάξουμε. Χωρίσαμε όταν πήγαμε μαζί διακοπές στη Μύκονο. «Γυρίσαμε με άλλο καράβι», όπως συνηθίζουν να λένε εκεί. Για την ακρίβεια εγώ γύρισα με καράβι, η Κέλλυ χρησιμοποίησε το ρετούρ από το «αλερετούρ» της Ολυμπιακής. Τι έγινε; θα ρωτάτε εσείς τώρα. Να σας πω: είχαμε συνηθίσει πολύ χαβαλέ και πολύ κόσμο και ξαφνικά εκεί μείναμε μόνοι μας. Τότε ανακάλυψα μία άλλη Κέλλυ που ήθελε να είναι το κέντρο του κόσμου. Πολλά νεύρα, πολύς εγωισμός και εγώ που ένιωθα ότι ήταν η χρονιά μου, γιατί με πήγαινε πολύ το χρηματιστήριο, είχα το πιο φοβερό κορίτσι – αλλά κάπως κακομαθημένο – και κυρίως γιατί είχα πολύ τσαμπουκά, κάποια στιγμή χαστούκισα τη Κέλλυ, γιατί το είχε παρακάνει με τις ιδιοτροπίες της και όλα τελείωσαν εκεί. Αυτό ήταν. Αν ήταν ερωτικό δράμα θα λεγόταν κάπως έτσι: «Ένα χαστούκι στη Μύκονο».

Συνέχισα να πηγαίνω στο ίδιο γυμναστήριο και η Κέλλυ το ίδιο και σε λίγο καιρό μιλούσαμε σαν να μη είχε συμβεί τίποτε. Έκανα πιο πολλές ώρες στα μηχανήματα και έχω πλέον το τέλειο σώμα. Δεν γουστάρω αυτό το μποντιμπιλντεράδικο στυλ, αυτή τη παραμόρφωση για χάρη των καλοσχηματισμένων μυών. Θέλω ένα αρμονικό σώμα που να εκπέμπει την ήπια δύναμη του άνδρα που είναι γυμνασμένος και ευφυής. Πολυτελείς σκέψεις μου φαίνονται όλα αυτά σήμερα αλλά τότε κάπως έτσι είχαν τα πράγματα.

Βρισκόμαστε με τη Κέλλυ πάλι σε πάρτι, ο κόσμος γύρω μας ίδιος, η ζωή γεμάτη εκπλήξεις, ανοίγουν συνέχεια καινούρια μαγαζιά, φαίνεται να μην έχει τέλος αυτό το όνειρο ώσπου… ναι, μάλλον το έχετε καταλάβει ότι οι μετοχές αρχίζουν να γίνονται ντροπαλές και να κοιτάζουν προς τα κάτω. Χαμηλοβλεπούσες!!! Η καταστροφή που πλησιάζει την αντιμετωπίζουμε με χιούμορ και κανείς δεν φαντάζεται πόσο βαθύ είναι το λούκι που μπαίνουμε.

Τα χάνω όλα. Τότε αναγκάζομαι να ζητήσω τη συμβουλή του Τζωρτζ που με το στυλ του δείχνει σοβαρός, απόμακρος και τυπικός. Ο άνθρωπος είναι μια μηχανή με ψυχρή λογική και στερεότυπη αντιμετώπιση όλων αυτών των εργαλείων της τεχνικής ανάλυσης. Διαρκώς επιφυλακτικός, ολιγόλογος ποτέ δεν κάνει τη γκάφα να κάνει προβλέψεις και ακολουθεί τους δείκτες και τις τάσεις τους σαν υπάκουο κανίς. Έχουμε διαφορετικό ταμπεραμέντο με τον Τζωρτζ. Παρόλα αυτά θεωρώντας ότι το λάθος μου σ’ αυτό το παιχνίδι είναι ο αυθορμητισμός μου και το τραυματισμένο μου ένστικτο ακούω τις συμβουλές του και παίρνω δάνειο από τη τράπεζα για να συνεχίσω με περισσότερα κεφάλαια.

Δεν γίνεται τίποτα. Το παιχνίδι έχει κριθεί. Η πτώση είναι πτώση με την ίδια τελειότητα που το φίδι και έρπει και έχει δηλητήριο και φυσικά το συναντάς πάντα εκεί χαμηλά. Μισώ το Τζωρτζ – μάλλον τον σνομπάρω – ενώ όλοι οι άλλοι τον θεωρούν ψύχραιμο και πολύ σωστό στη δουλειά του. Αυτή είναι και η εποχή που γνωρίζει αυτός τη Κέλλυ.

Κάντε μια πρόβλεψη εδώ. Τι θα συμβεί σ’ αυτούς τους δύο; Μία βδομάδα, μία μοναδική και βασανιστική εβδομάδα τον άντεξε η Κέλλυ και τον έδιωξε. Ο Τζωρτζ όμως, που τώρα άρχισε να ξυπνάει από τον ύπνο του το πουλάκι μας, δεν ήθελε να χάσει ούτε τα πάρτι και τις γλετζέδικες παρέες της, αλλά ούτε και την υψηλού επιπέδου πελατεία που του γνώριζε η Κέλλυ. Μπήκε κι αυτός στο κλαμπ των VIP φίλων της Κέλλυ και γύρω από το όνομά του δημιουργήθηκε – χωρίς να αξίζει κατά τη γνώμη μου – ένας μύθος.

Τον συναντάω σε όλα αυτά τα πάρτι αφήνουμε ακόμα καλούς λογαριασμούς στα μπουζούκια, προσπαθώ πάντα να κάνω τη σφίγγα που λέγεται Τζωρτζ να μας αποκαλύψει το μέλλον, αλλά γλιστράει με το ίδιο πάντα στερεότυπο και διπλωματικό στυλ.

Τα πράγματα γίνονται τόσο δύσκολα που αναγκάζομαι να δουλέψω μεροκάματο. Πάντα υπάρχουν φίλοι έτοιμοι να βοηθήσουν και πιάνω δουλειά σε μία καινούρια κάβα με ποτά. Πουλάμε και πούρα, ξηρούς καρπούς και κάποια είδη πολυτελείας για τρελαμένους εκκεντρικούς που καταναλώνουν ορίτζιναλ μαύρο χαβιάρι, ξηρούς καρπούς και ξερά φρούτα και σαμπάνιες, ακριβές γαλλικές σαμπάνιες, που λίγοι μπορούν να καταλάβουν τη γεύση τους, γιατί οι περισσότεροι έχουν ήδη κατεστραμμένους γευστικούς κάλυκες από φθηνά ουίσκι και κοκτέιλ βότκες και άχρωμα ρούμι.

Any way. Στην κάβα έρχεται ευτυχώς ο γνωστός κόσμος από τις παρέες μου και πέφτει πολύ θάψιμο πίσω από την πλάτη μου, αλλά όταν με κοιτάζουν κατάματα μου μιλάνε και χαμογελάνε όπως το παλιό καλό καιρό. Ο μόνος άνθρωπος που δεν άλλαξε στάση απέναντί μου είναι η Κέλλυ που εξακολουθεί να με θεωρεί φίλο, πολλές φορές με ρώτησε αν έχω οικονομικές δυσκολίες, αλλά είμαι τόσο επιφυλακτικός με όλους, που έδειξα ότι δεν τρέχει τίποτε. Όλα είναι υπό έλεγχο.

Το πρόβλημα είναι ο Τζωρτζ – ακόμα έχει τη θέση του στη χρηματιστηριακή – που βλέπω να με αντιμετωπίζει σαν ψυχίατρος που τον κουράζει ο ασθενής που δεν παίρνει κανονικά τη θεραπεία του.

Αν είναι δυνατόν να είναι σωστές οι υποδείξεις αυτού του ατόμου και όχι μόνο του Τζωρτζ αλλά και πολλών άλλων που προσπαθούν να μας λύσουν τις απορίες γύρω από την πτώση και την σίγουρη – πολύ σύντομα – ανάκαμψη (όπως ισχυρίζονται όλοι αυτοί οι αναλυτές).
Κάθομαι στο γραφείο, κόβω τιμολόγια, παίρνω επιταγές από πελάτες – όχι παραπάνω από 35 ημερών – σηκώνω το τηλέφωνο γράφω παραγγελίες και καμιά φορά φορτώνω ο ίδιος τα ποτά στο φορτηγάκι για να κάνουμε διανομή. Όμως δεν μπορώ να ξεχάσω, το μυαλό μου είναι διαρκώς απασχολημένο με το «χαμένο θησαυρό» και τελευταίως έχω βρει το φάρμακο για να ξεχνιέμαι.

Παίζω σχεδόν κάθε μέρα στοίχημα. Σπάνια κερδίζω, αλλά το θέμα είναι ότι έχουμε σύνδεση ίντερνετ στη κάβα και κάθε μέρα ετοιμάζω οπωσδήποτε ένα δύο δελτία. Είναι ένα καλοστημένο ψέμα το στοίχημα, μόνο 4 αγώνες και δεν μπορείς να κάνεις προβλέψεις, είναι έτσι φτιαγμένο που με μαθηματική ακρίβεια να χάνεις. Έχει όμως το καλό ότι ξεχνιέσαι. Όταν δεν έχουμε δουλειά ψάχνω συνέχεια προγνωστικά, μιλάω με κόσμο στα chat και παρακολουθώ αθλητικά για να έχω μία καλύτερη πρόβλεψη. Τώρα τελευταίως συνηθίζω να στοιχηματίζω για οτιδήποτε. Δέχομαι συχνά αυστηρές συστάσεις από τη διεύθυνση του μαγαζιού αλλά δεν μπορώ να κόψω το στοίχημα. Εδώ που τα λέμε σχεδόν όλοι οι πελάτες μας ξέρουν το πάθος μου με το στοίχημα και με συμβουλεύονται. Να μη πω τώρα ότι έχω αυξήσει τη πελατεία που έρχονται να με συμβουλευτούν και φεύγουν με πούρα και ποτά. Αυτή είναι και η αιτία που η διεύθυνση κάνει τα στραβά μάτια. Έχω γίνει ο «Τζωρτζ» του στοιχήματος.

Μια μέρα που δεν έχουμε δουλειά και μιλάμε για διάφορα άσχετα δέχομαι μία σπόντα από τον ένα συνέταιρο του μαγαζιού ότι έχουμε πολλά κιβώτια Μαρτίνι στην αποθήκη και σχεδόν κανείς δεν πίνει μαρτίνι παρά μόνο η ηλίθια η γκόμενά μου – την Κέλλυ εννοούσε – που έχει και το βίτσιο να το λέει ψευδά, δήθεν μάγκικα, όχι μαρτίνι αλλά ματίνι και μετά αναφέρθηκε πάλι στο πάθος μου με το στοίχημα και ότι μπορεί να κάνω κανένα λάθος και πολλά άλλα μας είπε αυτός ο αντιπαθητικός και ενώ το είχε πάρει απάνω του τον ρώτησα πόσο μαρτίνι έχουμε αδιάθετο. «15 κιβώτια περίπου», απάντησε και συνέχισε: «15 άχρηστα κιβώτια». Στοίχημα ότι θα τα δώσω σύντομα του είπα. Πόσα; Μου είπε με ύφος που προσπαθούσε να με τρομάξει. «Ένα κιβώτιο» είπα και έκανα γρήγορα το λογαριασμό: 12 μπουκάλια με 3000 τριάντα έξι χιλιάρικα σκέφτηκα, δηλαδή σαν στοίχημα με 4 χιλιάρικα και πολλαπλασιαστή το 9. Δεν είναι κι άσχημα.

Σε λίγες μέρες πέρασε η Κέλλυ να μας δει. Θα είχε κόσμο το βράδυ σπίτι και πολύ καλό κόσμο, αν κρίνω από τα ψώνια που έκανε. Μου είπε ότι θα με περιμένει και επέμενε πολύ παρότι με είδε πάλι απορροφημένο στον υπολογιστή να σερφάρω σε όλα τα γνωστά μπέτο και στα αθλητικά. Της είπα ότι θα πάω αργά γιατί θα έμενα αργά και στη δουλειά. Μόλις έφυγε η Κέλλυ πήρα μία φλασιά και έτρεξα πίσω της να την προλάβω πριν μπει στη τζάγκι της. Με είδε και με περίμενε, της ψιθύρισα κάτι στο αυτί, γέλασε και είπε ΟΚ, γύρισε το κλειδί και έφυγε.

Ο Τζωρτζ έμαθε από τους άλλους ότι η Κέλλυ θα είχε πολύ VIP κόσμο εκείνο το βράδυ και δεν έχασε ευκαιρία. Άλλωστε αυτοί οι τύποι χρειάζονται πιο πολύ ένα τύπο να τους προτείνει πώς θα αυξήσουν τα ήδη πολλά χρήματά τους παρά ένα ιμιτασιόν μπουκ που παίζει με ψιλά.

Φθάνει στης Κέλλυ ο Τζωρτζ άψογος, καλοντυμένος και αεράτος. «ΟΟ Τζώωτζ», αναφώνησε η Κέλλυ μόλις τον είδε (με το γνωστό μάγκικο στυλάκι της) και αμέσως μετά άλλαξε ύφος και ρώτησε με έκπληξη: «Νο ματίνι;» Για να δώσει μόνη της την απάντηση «Νο πάατι» και του έκλεισε τη πόρτα κατάμουτρα. Οι σικ – όχι κατ’ ανάγκη οι φραγκάτοι – κάνουν πολλά τέτοια κουφά ακόμα και στους καλεσμένους τους και το ζήτημα είναι να είσαι σε ετοιμότητα και να απαντήσεις με χιούμορ. Ο Τζωρτζ δεν τα έχασε, ήρθε κατευθείαν στο μαγαζί και ήμουν εκεί και τον περίμενα. «Θέλω μαρτίνι» μου είπε. «Αν πρέπει να κάνεις εντύπωση» του είπα «εκεί που θα πας πρέπει να πάρεις ποσότητα». «Δηλαδή πόσα;» είπε. «Ας πούμε 15 κιβώτια», είπα. «Δεν θα ‘σαι καλά», είπε. «Στη Κέλλυ δεν θα πας;», είπα, «Ναι πώς το ξέρεις;» «Είμαι και εγώ καλεσμένος, αλλά θα έρθω αργότερα.» Και συνέχισα: «Άκου να δεις Τζωρτζ, είσαι καλός αναλυτής, αλλά εγώ πιστεύω πώς ότι κάνω εγώ στο στοίχημα κάνεις εσύ στις επενδύσεις. Περνάμε άσχημες μέρες Τζωρτζ και δεν φταις ούτε εσύ ούτε η δουλειά σου, υπάρχει κρίση που δείχνει τα δόντια της σε όλους. Πάρε λοιπόν τα 15 κιβώτια για να δείξεις σ’ αυτούς που πρέπει, ότι η κρίση δεν σε επηρεάζει, είσαι επιτυχημένος και το γλεντάς». Δεν με άκουγε, αλλά εγώ ήμουν αποφασισμένος να κερδίσω το στοίχημα. Πήρε εκείνο το ύφος του ψυχίατρου απέναντι στον ενοχλητικό ασθενή και είπε: «ΟΚ βάλε μου 7 κιβώτια και στείλε μου το λογαριασμό στο γραφείο», «θα μπει στα έξοδα της εταιρείας» συμπλήρωσε.

Μαζί με το βοηθό μου που οδηγεί το φορτηγάκι που κάνουμε διανομές φορτώσαμε τα 15 κιβώτια.

Έκοψα κάποια στιγμή κρυφά το τιμολόγιο και ανεβήκαμε στο όχημα. Όταν η Κέλλυ άνοιξε δεύτερη φορά τη πόρτα φαινόταν η κορυφή από τα επτά κιβώτια που είχαμε συμφωνήσει με τον Τζωρτζ. Μόλις ο Τζωρτζ πέρασε τη πόρτα ο βοηθός μου έφερε τα άλλα οκτώ που περίμεναν στο ασανσέρ. Αυτά τα είχα βάλει εγώ και πάτησα το κουμπί και τα έστειλα επάνω. Ο Τζωρτζ συνέχισε να χαιρετάει και να γνωρίζει καλεσμένους, όταν ο βοηθός με υπόδειξη της Κέλλυ άφηνε το τελευταίο κιβώτιο στο κέντρο του λίβινγκ ρουμ. Μετά πλησίασε τον Τζωρτζ και του είπε «Κύριε τελειώσαμε, βάλτε μας μία υπογραφή εδώ, αν έχετε την καλοσύνη» και άπλωσε το τιμολόγιο δίνοντας του ένα φτηνό πάρκερ. Ήδη απλωνόταν ένας ψίθυρος θαυμασμού στο χώρο για όλο αυτό το μαρτίνι που έφερε ο Τζωρτζ. Πρόλαβε όμως παρότι τον κοίταζαν όλοι να δει τον αριθμό 15 στο τιμολόγιο και να ρίξει μία τελευταία ματιά στο σωρό με τα κιβώτια που φαινόταν υπερβολικός. Κανείς όμως δεν κάνει τσιγκουνιές, όταν τον παραδέχονται για τη γενναιοδωρία του.

Έτσι κερδίσαμε ένα από τα σπάνια στοιχήματα (τριάντα έξι καφετιά που έδωσε με βαριά καρδιά η διεύθυνση)…

akaras1979@……..

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.